Πνίχτης στην ιδιωτική εκπαίδευση, «αλυσίδα ελέγχου» στην Αστυνομία: Δύο μέτρα για την ευζωία των σκύλων;

DOG’S MIND — ΑΡΘΡΑ

Πνίχτης στην ιδιωτική εκπαίδευση, «αλυσίδα ελέγχου» στην Αστυνομία: Δύο μέτρα για την ευζωία των σκύλων;

Η συνεργασία γνωστής μη κυβερνητικής οργάνωσης με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, η συμμετοχή εκπαιδευτή που επί χρόνια καταδικάζει συγκεκριμένες μεθόδους και εργαλεία εκπαίδευσης και τα επίσημα έγγραφα της Ελληνικής Αστυνομίας και των Ενόπλων Δυνάμεων δημιουργούν μια σειρά από ερωτήματα που αξίζουν δημόσιες απαντήσεις.

← Όλα τα άρθρα

Θα ξεκινήσω αυτό το άρθρο ξεκαθαρίζοντας δύο πράγματα, τα οποία θεωρώ απαραίτητα προτού προχωρήσουμε στην ουσία μιας υπόθεσης που παρουσιάζει ιδιαίτερο δημοσιογραφικό και επαγγελματικό ενδιαφέρον.

Το πρώτο αφορά τον σεβασμό μου προς τους συναδέλφους εκπαιδευτές σκύλων που υπηρετούν στην Ελληνική Αστυνομία, στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα υπόλοιπα Σώματα Ασφαλείας. Έναν σεβασμό που δεν διαπραγματεύομαι, καθώς γνωρίζω τις απαιτήσεις που συνοδεύουν την εκπαίδευση ενός εργασιακού σκύλου, την ευθύνη του χειριστή του και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται άνθρωπος και ζώο να συνεργαστούν.

Έχοντας συμπληρώσει είκοσι χρόνια επαγγελματικής ενασχόλησης με την εκπαίδευση σκύλων, έχω βρεθεί ακόμη και στη διαδικασία παράδοσης σκύλων που προορίζονταν, κατόπιν αξιολόγησης, για στρατιωτική χρήση. Γνωρίζω επομένως ότι η επιλογή, η εκπαίδευση και η επιχειρησιακή αξιοποίηση ενός σκύλου αποτελούν μια σύνθετη διαδικασία, την οποία δεν μπορεί κανείς να αξιολογήσει αποκλειστικά μέσα από ένα εκπαιδευτικό εργαλείο ή μια φωτογραφία.

Διατηρώ, βεβαίως, μια πάγια και αμετακίνητη αντίθεση στη χρησιμοποίηση σκύλων ως μέσων αποτροπής ή καταστολής σε διαδηλώσεις και κοινωνικές κινητοποιήσεις. Η συγκεκριμένη θέση αποτελεί μέρος της δικής μου αντίληψης για τη σχέση ανθρώπου και σκύλου και δεν πρόκειται να αλλάξει. Δεν αναιρεί, ωστόσο, τον σεβασμό μου προς τους συναδέλφους που εργάζονται στους συγκεκριμένους οργανισμούς.

Το δεύτερο αφορά έναν πόλεμο που έχει ξεσπάσει τα τελευταία χρόνια στον χώρο της εκπαίδευσης σκύλων, έναν πόλεμο στον οποίο η επιστημονική αντιπαράθεση έχει πολλές φορές παραχωρήσει τη θέση της στην ηθική απαξίωση, στους χαρακτηρισμούς και στην προσπάθεια επαγγελματικής διαφοροποίησης μέσω της καταδίκης οποιασδήποτε μεθοδολογίας αποκλίνει από μια συγκεκριμένη φιλοσοφία.

Έχουμε φτάσει στο σημείο η χρήση ενός εργαλείου να αρκεί πολλές φορές για να χαρακτηριστεί ένας εκπαιδευτής κακοποιητικός, χωρίς προηγουμένως να έχει εξεταστεί η πραγματική συμπεριφορά του απέναντι στον σκύλο, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί το εργαλείο ή οι ιδιαίτερες απαιτήσεις του περιστατικού που διαχειρίζεται.

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον έχει αναπτυχθεί μια δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ της αποκλειστικά θετικής και της συνδυαστικής εκπαίδευσης, η οποία, πέρα από τις πραγματικές μεθοδολογικές διαφορές, έχει αποκτήσει και χαρακτηριστικά έντονου επαγγελματικού ανταγωνισμού.

Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον μέρος της υπόθεσης.

Γιατί όταν ένας επαγγελματίας επιλέγει να παρουσιάζει συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πρακτικές ως μορφές βίας ή κακοποίησης, η συνέπεια των δημόσιων θέσεών του αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πολύ περισσότερο όταν συμμετέχει σε δράσεις φορέα που συνεργάζεται με ένα υπουργείο, ενώ σε τεχνικές προδιαγραφές άλλων υπηρεσιών του ίδιου υπουργείου αναφέρονται εργαλεία που ο επαγγελματίας έχει κατακρίνει. Τα αντικείμενα των δύο συνεργασιών είναι διαφορετικά και δεν πρέπει να συγχέονται.

Από τη δημόσια καταδίκη των εκπαιδευτικών εργαλείων στη συνεργασία με το υπουργείο

Γνωστός εκπαιδευτής σκύλων, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε υπέρμαχο της εκπαίδευσης χωρίς άσκηση πίεσης, προβάλλοντας τη θετική εκπαίδευση, έχει διατυπώσει επανειλημμένα δημόσια την αντίθεσή του στη χρήση συγκεκριμένων εργαλείων και στη συνδυαστική εκπαίδευση.

Οι σχετικές τοποθετήσεις του δεν περιορίζονται σε μια απλή επιστημονική διαφωνία.

Ήδη από το 2021, σε άρθρο δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα της σχολής του, συνέδεε συγκεκριμένες τιμωρητικές πρακτικές με την κακοποίηση και καλούσε σε καταγγελίες για περιπτώσεις κατά τις οποίες εκπαιδευτές χρησιμοποιούν τέτοιες μεθόδους, ενώ παρουσιάζονται ως υποστηρικτές της θετικής εκπαίδευσης.

Τον Δεκέμβριο του 2022, σε νέο ενυπόγραφο άρθρο του, συνέδεε τη χρήση πνίχτη και άλλων διορθωτικών εργαλείων με τη βία στην εκπαίδευση και ασκούσε αυστηρή κριτική σε τέτοιες πρακτικές.

Αντίστοιχες θέσεις επανέλαβε σε δημόσια συνέντευξή του τον Ιούνιο του 2026, συνδέοντας τη συνδυαστική εκπαίδευση με τη δημιουργία σύγχυσης και επιθετικότητας στους σκύλους, ενώ αναφέρθηκε επικριτικά τόσο στη χρήση πνίχτη όσο και σε πρακτικές παρατεταμένου περιορισμού κουταβιών μέσα σε κλουβιά.

Στην ίδια συνέντευξη έκανε αναφορά και σε πρόταση τροποποίησης της νομοθεσίας για την απαγόρευση συγκεκριμένων εκπαιδευτικών εργαλείων.

Πρόκειται ασφαλώς για απόψεις τις οποίες έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει και να υπερασπίζεται. Το ίδιο δικαίωμα έχουν και οι εκπαιδευτές που ακολουθούν διαφορετικές εκπαιδευτικές προσεγγίσεις, χωρίς αυτό να τους καθιστά αυτομάτως ανθρώπους που αδιαφορούν για την ευζωία των ζώων.

Εκείνο, όμως, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι ο συγκεκριμένος εκπαιδευτής συγκαταλέγεται στους συνεργάτες γνωστής μη κυβερνητικής οργάνωσης, η οποία διατηρεί επίσημη θεσμική συνεργασία με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Και εδώ τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα.

Στις 20 Μαΐου 2022 υπογράφηκε μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της Ελληνικής Αστυνομίας και της οργάνωσης, με διετή ισχύ και αντικείμενο την αντιμετώπιση της ενεργητικής και παθητικής κακοποίησης των ζώων, καθώς και την επιμόρφωση των αστυνομικών που καλούνται να εφαρμόσουν τη σχετική νομοθεσία.

Στις 6 Δεκεμβρίου 2024 ακολούθησε νέο μνημόνιο συνεργασίας με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, με στόχο, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της προστασίας των ζώων, την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της νομοθεσίας και την παροχή τεχνογνωσίας προς την Ελληνική Αστυνομία.

Στην επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου γίνεται μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά στην πρόθεση αξιοποίησης της τεχνογνωσίας της οργάνωσης και της Ακαδημίας που λειτουργεί υπό την αιγίδα της, προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της αστυνομικής δραστηριότητας στον συγκεκριμένο τομέα.

Η συνεργασία αυτή έχει αποκτήσει και πρακτικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πατρίς» της 20ής Μαρτίου 2025, στο πλαίσιο πρωτοβουλίας για την προστασία των ζώων στην Κρήτη ο εν λόγω εκπαιδευτής αναφέρεται ονομαστικά μεταξύ των εισηγητών επιμόρφωσης αστυνομικών κλιμακίων ελέγχου.

Οφείλουμε εδώ να κάνουμε μια απαραίτητη διευκρίνιση: η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αφορά τον έλεγχο παραβάσεων της νομοθεσίας για τα ζώα και όχι την εκπαίδευση των υπηρεσιακών σκύλων της Ελληνικής Αστυνομίας.

Το ζήτημα που εξετάζουμε επομένως δεν είναι εάν ο συγκεκριμένος επαγγελματίας εκπαιδεύει αστυνομικούς σκύλους ή συμμετέχει στη διαμόρφωση των επιχειρησιακών τους προγραμμάτων.

Το ζήτημα είναι ότι ένας άνθρωπος με δημόσια διακηρυγμένες και ιδιαίτερα αυστηρές εκπαιδευτικές θέσεις συμμετέχει, μέσω μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης, σε δράσεις ενός υπουργείου που διαθέτει δικές του υπηρεσίες εκπαίδευσης σκύλων, δικούς του επαγγελματίες εκπαιδευτές και τεχνικές προδιαγραφές προμήθειας που αναφέρουν συγκεκριμένα εργαλεία για υπηρεσιακούς σκύλους.

Και το ερώτημα πλέον είναι εάν οι δημόσιες αρχές που προβάλλονται ως αδιαπραγμάτευτες για τους ιδιώτες εκπαιδευτές παραμένουν εξίσου αδιαπραγμάτευτες όταν η συζήτηση αφορά το υπουργείο με το οποίο συνεργάζεται η οργάνωση σε διαφορετικό αντικείμενο.

Όταν οι προδιαγραφές της Ελληνικής Αστυνομίας αναφέρουν «αλυσίδες ελέγχου»

Η έρευνα παρουσιάζει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο δεν προέρχεται από προσωπικές μαρτυρίες, αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα ή φωτογραφίες που ενδεχομένως επιδέχονται διαφορετικές ερμηνείες.

Προέρχεται από την ίδια την Ελληνική Αστυνομία.

Σε επίσημη τεχνική προδιαγραφή του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ., με ημερομηνία 10 Απριλίου 2013, στον προβλεπόμενο εξοπλισμό των υπό προμήθεια αστυνομικών σκύλων περιλαμβάνεται η «αλυσίδα ελέγχου (πνίχτης)».

Η ονομασία δεν αποτελεί προσωπικό χαρακτηρισμό ούτε προέρχεται από κάποια δική μας ερμηνεία. Χρησιμοποιείται από την ίδια την αρμόδια κρατική υπηρεσία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι στις 15 Ιανουαρίου 2026, στο πλαίσιο νέας διαδικασίας προμήθειας αστυνομικών σκύλων ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εξακολουθεί να προβλέπει στον συνοδευτικό εξοπλισμό κάθε σκύλου αλυσίδα ελέγχου και αλυσίδα πρόσδεσης.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη βρίσκεται στη σελίδα 62 της διακήρυξης, στην παράγραφο 1.5.2.

Η νεότερη διατύπωση δεν χρησιμοποιεί πλέον τη λέξη «πνίχτης», διατηρεί ωστόσο την αναφορά στην αλυσίδα ελέγχου, χωρίς να διευκρινίζεται στο συγκεκριμένο σημείο εάν πρόκειται για το ίδιο ακριβώς εργαλείο ή με ποιον τρόπο προβλέπεται να χρησιμοποιείται.

Αυτό ακριβώς καλείται να εξηγήσει η Ελληνική Αστυνομία.

Και εδώ θέλω να είμαι απολύτως σαφής.

Η παρουσία ενός εργαλείου στον λαιμό ενός σκύλου δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη κακοποίησης. Δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε τη συνολική εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από μια φωτογραφία ούτε να γνωρίζουμε τον τρόπο χρήσης ενός εργαλείου χωρίς να εξετάσουμε τα πραγματικά περιστατικά.

Αυτή ακριβώς είναι και μία από τις βασικές μου αντιρρήσεις απέναντι στη μονοδιάστατη αντιμετώπιση της εκπαίδευσης σκύλων.

Όταν, όμως, η παρουσία του ίδιου εργαλείου σε έναν ιδιωτικό εκπαιδευτικό χώρο μπορεί να αποτελέσει αφορμή για δημόσια καταδίκη και χαρακτηρισμούς περί βίας ή κακοποίησης, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα ποια είναι η στάση όσων υποστηρίζουν αυτές τις θέσεις απέναντι στις αντίστοιχες προδιαγραφές κρατικών υπηρεσιών. Δεν γνωρίζω αν έχουν διατυπώσει σχετικές θέσεις που δεν έχω εντοπίσει· εφόσον υπάρχουν, θα τις συμπεριλάβω.

Εάν ένα εργαλείο θεωρείται κακοποιητικό εξαιτίας των ίδιων των χαρακτηριστικών του, τότε η αξιολόγηση αυτή οφείλει να ισχύει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο που το χρησιμοποιεί.

Εάν, αντιθέτως, η αξιολόγηση εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης, τη διάρκεια, την ένταση και τις πραγματικές επιπτώσεις στον σκύλο, τότε η συζήτηση αποκτά εντελώς διαφορετική βάση από την απόλυτη απόρριψη που συχνά προβάλλεται δημόσια.

Και στις Ένοπλες Δυνάμεις;

Η εικόνα παρουσιάζει ενδιαφέρον και πέρα από την Ελληνική Αστυνομία.

Στις εγκεκριμένες προδιαγραφές του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με κωδικό ΠΕΔ-Α-01048 και έτος έκδοσης το 2020, περιγράφονται τα υλικά θέσης και εκπαίδευσης στρατιωτικών σκύλων.

Ανάμεσα στα συγκεκριμένα υλικά περιλαμβάνονται αλυσίδα ελέγχου σκύλου με τη ρητή ονομασία «πνίχτης», φίμωτρα, κλουβιά διαμονής, κλουβιά μεταφοράς, αλυσίδες πρόσδεσης και διάφορα εκπαιδευτικά βοηθήματα.

Στην ίδια προδιαγραφή περιλαμβάνονται ακόμη και μαστίγια εκπαίδευσης, χωρίς η απλή αναφορά τους να αποκαλύπτει σε ποιες ασκήσεις, με ποιον τρόπο και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να χρησιμοποιούνται.

Τα έγγραφα αυτά αποδεικνύουν την επίσημη πρόβλεψη συγκεκριμένων υλικών και όχι το τι συμβαίνει καθημερινά μέσα σε κάθε στρατιωτική μονάδα.

Αποδεικνύουν, ωστόσο, ότι τα εργαλεία και τα βοηθήματα που αποτελούν συχνά αντικείμενο έντονης ηθικής αντιπαράθεσης στον ιδιωτικό τομέα περιλαμβάνονται και στις προβλέψεις του ίδιου του κρατικού μηχανισμού.

Και επομένως, η συζήτηση αποκτά μια ευρύτερη διάσταση.

Εάν συγκεκριμένα εργαλεία πρέπει να απαγορευθούν επειδή αποτελούν, σύμφωνα με μια εκπαιδευτική φιλοσοφία, μορφή βίας, θα πρέπει να ζητηθεί η απαγόρευσή τους και από τις κρατικές υπηρεσίες;

Και εφόσον η απάντηση είναι καταφατική, όσοι υπερασπίζονται αυτή την άποψη είναι διατεθειμένοι να τη διατυπώσουν με την ίδια αυστηρότητα απέναντι στα υπουργεία και στις διοικήσεις των Σωμάτων Ασφαλείας;

Η ευζωία των υπηρεσιακών σκύλων δεν περιορίζεται στα εκπαιδευτικά εργαλεία

Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση, η οποία συχνά απουσιάζει από τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τις εκπαιδευτικές μεθόδους.

Οι υπηρεσιακοί σκύλοι δεν περνούν ολόκληρη τη ζωή τους σε περιπολίες, επιχειρήσεις ανίχνευσης ή εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Ανάλογα με την υπηρεσία και τη μονάδα, μπορεί να διαμένουν σε οργανωμένους χώρους και να ακολουθούν προγράμματα που καθορίζονται από επιχειρησιακές ανάγκες. Οι πραγματικές συνθήκες χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία.

Πόσες ώρες καθημερινά παραμένει ένας στρατιωτικός σκύλος στον χώρο διαμονής του; Πόσες ώρες έχει τη δυνατότητα ελεύθερης κίνησης; Πόσο χρόνο αφιερώνει ο χειριστής του στην κοινωνική επαφή, στο παιχνίδι, στην εκτόνωση και στην ικανοποίηση των φυσικών αναγκών του ζώου πέρα από τις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις;

Ποια πρωτόκολλα ευζωίας εφαρμόζονται, ποιος ελέγχει την τήρησή τους και πώς αξιολογείται η ψυχική κατάσταση κάθε σκύλου ανάλογα με τον πραγματικό χρόνο παραμονής του σε χώρο διαμονής και τις δυνατότητες κίνησης και κοινωνικής επαφής;

Οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες, με πραγματικά στοιχεία και όχι με εικασίες.

Εκείνο, ωστόσο, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η θέση όσων έχουν καταδικάσει δημόσια τον παρατεταμένο περιορισμό σκύλων μέσα σε κλουβιά όταν αυτός εφαρμόζεται από ιδιώτες εκπαιδευτές ή κηδεμόνες.

Θεωρούν ότι οι ίδιοι κανόνες πρέπει να ισχύουν και για τους σκύλους των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων;

Εάν ένας σκύλος που παραμένει για πολλές ώρες μέσα σε ένα κλουβί στερείται τη δυνατότητα να καλύψει βασικές βιολογικές και συμπεριφορικές ανάγκες, τότε η ίδια αξιολόγηση οφείλει να ισχύει ανεξάρτητα από το εάν το κλουβί βρίσκεται σε ιδιωτική σχολή εκπαίδευσης ή σε στρατιωτική εγκατάσταση.

Οι επιχειρησιακές ανάγκες αποτελούν υπαρκτό και σημαντικό παράγοντα στη διαχείριση των υπηρεσιακών σκύλων. Δεν μπορούν, ωστόσο, να αποτελούν γενική εξαίρεση από κάθε αρχή ευζωίας.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσιαστικότερη διάσταση του ζητήματος.

Γιατί η προστασία των ζώων δεν μπορεί να εξαρτάται από την επαγγελματική ιδιότητα ή τη θεσμική ισχύ εκείνου που τα διαχειρίζεται.

Όταν η ηθική αυστηρότητα συναντά τη θεσμική συνεργασία

Επιστρέφοντας στην ουσία της συγκεκριμένης υπόθεσης, θεωρώ ότι προκύπτει πλέον ένα ζήτημα που ξεπερνά την προσωπική άποψη οποιουδήποτε επαγγελματία για την εκπαίδευση σκύλων.

Ένας εκπαιδευτής έχει επιλέξει επί σειρά ετών να παρεμβαίνει δημόσια στην αντιπαράθεση μεταξύ εκπαιδευτικών προσεγγίσεων, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα αυστηρούς χαρακτηρισμούς για ορισμένα εργαλεία και πρακτικές. Παράλληλα, συγκαταλέγεται στους συνεργάτες μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης η οποία διατηρεί μνημόνιο συνεργασίας με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και συμμετέχει σε προγράμματα επιμόρφωσης αστυνομικών.

Την ίδια στιγμή, επίσημες τεχνικές προδιαγραφές προμήθειας του υπουργείου και της Ελληνικής Αστυνομίας αναφέρουν εργαλεία τα οποία ο συγκεκριμένος επαγγελματίας έχει κατακρίνει δημοσίως.

Η ύπαρξη αυτής της συνεργασίας δεν συνεπάγεται ότι ο εκπαιδευτής εγκρίνει τις μεθόδους που εφαρμόζονται στους υπηρεσιακούς σκύλους ούτε ότι το υπουργείο υιοθετεί τη δική του εκπαιδευτική φιλοσοφία.

Αυτή είναι, όμως, ακριβώς η σχέση που χρειάζεται δημόσια αποσαφήνιση.

Γιατί η συνεργασία με έναν κρατικό φορέα αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική μορφή θεσμικής παρουσίας για οποιονδήποτε ιδιώτη ή οργανισμό, πολύ περισσότερο όταν η συνεργασία αφορά ένα πεδίο τόσο ευαίσθητο όσο η προστασία των ζώων.

Και όταν κάποιος έχει επιλέξει να συνδέσει τη δημόσια επαγγελματική του ταυτότητα με την αυστηρή καταδίκη συγκεκριμένων εκπαιδευτικών πρακτικών, είναι εύλογο να ερωτηθεί εάν διατηρεί την ίδια στάση απέναντι στον κρατικό φορέα με τον οποίο συνεργάζεται η οργάνωση στις δράσεις της οποίας συμμετέχει.

Έχει ζητήσει από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να εξετάσει τη χρήση των συγκεκριμένων εργαλείων από την Ελληνική Αστυνομία;

Έχει διατυπώσει δημόσια ανάλογες αντιρρήσεις για τις εκπαιδευτικές πρακτικές των αστυνομικών σκύλων;

Έχει υποστηρίξει την ανάγκη αλλαγής των αντίστοιχων πρωτοκόλλων ή έχει ζητήσει να εφαρμοστούν στους υπηρεσιακούς σκύλους οι ίδιοι περιορισμοί που προτείνει για την ιδιωτική εκπαίδευση;

Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο των επικοινωνιών του με τις αρμόδιες υπηρεσίες και δεν μπορούμε να προεξοφλήσουμε ότι δεν έχει θέσει τέτοια ζητήματα. Θεωρούμε, όμως, ότι η δημόσια απάντηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς επειδή η κριτική του στον ιδιωτικό τομέα είναι καταγεγραμμένη και ιδιαίτερα αυστηρή.

Γιατί εάν η ηθική αξιολόγηση μιας εκπαιδευτικής πρακτικής αλλάζει ανάλογα με τον άνθρωπο ή τον φορέα που την εφαρμόζει, τότε προκύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα αξιοπιστίας του δημόσιου λόγου.

Αυτός είναι και ο λόγος που έχει σημασία να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια στον δημόσιο διάλογο, ανεξάρτητα από την επαγγελματική προσέγγιση ή τη θεσμική ισχύ κάθε συνομιλητή.

Η διατύπωση αυτού του ερωτήματος δεν προδικάζει τις προθέσεις κανενός. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη συνέπειας μεταξύ δημόσιων διακηρύξεων και θεσμικών συνεργασιών.

Τα ερωτήματα προς τον εκπαιδευτή, τη μη κυβερνητική οργάνωση και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη

Με βάση τα παραπάνω, θεωρώ ότι υπάρχουν δύο κεντρικά ερωτήματα, τα οποία αξίζουν συγκεκριμένες και δημόσιες απαντήσεις.

Το πρώτο απευθύνεται στον γνωστό εκπαιδευτή που επί σειρά ετών έχει τοποθετηθεί εναντίον συγκεκριμένων εκπαιδευτικών εργαλείων και της συνδυαστικής εκπαίδευσης.

Εφόσον θεωρεί ότι η χρήση πνίχτη και άλλων διορθωτικών εργαλείων είναι ασύμβατη με την ευζωία των σκύλων, διατηρεί ακριβώς την ίδια θέση όταν αυτά προβλέπονται στις προδιαγραφές προμήθειας υπηρεσιακών σκύλων ή, εφόσον τεκμηριωθεί, χρησιμοποιούνται στην πράξη από υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας ή των Ενόπλων Δυνάμεων;

Εφόσον θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες πρακτικές συνιστούν μορφές βίας ή κακοποίησης, έχει εκφράσει την ίδια άποψη απέναντι στους συναδέλφους του που εργάζονται στα Σώματα Ασφαλείας; Θεωρεί ότι πρέπει να αλλάξει η μεθοδολογία εκπαίδευσης των υπηρεσιακών σκύλων, εάν αυτή περιλαμβάνει πρακτικές που ο ίδιος καταδικάζει;

Και κυρίως, έχει θέσει τα συγκεκριμένα ζητήματα στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, με το οποίο διατηρεί συνεργασία η μη κυβερνητική οργάνωση στις δράσεις της οποίας συμμετέχει;

Το δεύτερο ερώτημα απευθύνεται στο ίδιο το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Ποια ακριβώς είναι σήμερα η επίσημη εκπαιδευτική μεθοδολογία που εφαρμόζεται στους αστυνομικούς σκύλους; Περιλαμβάνει στοιχεία συνδυαστικής εκπαίδευσης; Επιτρέπεται η χρήση πνίχτη, αλυσίδας ελέγχου ή άλλων διορθωτικών εργαλείων και, εφόσον επιτρέπεται, κάτω από ποιες προϋποθέσεις και με ποια όρια;

Τι ακριβώς περιγράφει η αλυσίδα ελέγχου που περιλαμβάνεται στη διακήρυξη του Ιανουαρίου 2026 και ποιος είναι ο προβλεπόμενος τρόπος χρήσης της;

Παράλληλα, με ποια κριτήρια επιλέγονται εξωτερικοί συνεργάτες για την επιμόρφωση αστυνομικών σε ζητήματα προστασίας ζώων; Ποιος αποφασίζει τη συμμετοχή τους και ποια είναι τα συγκεκριμένα αντικείμενα στα οποία καλούνται να προσφέρουν την τεχνογνωσία τους;

Και, τέλος, θεωρεί το υπουργείο ότι οι δημόσιες εκπαιδευτικές αντιλήψεις του εν λόγω συνεργάτη συμβαδίζουν με τις πρακτικές που εφαρμόζονται στις υπηρεσίες εκπαίδευσης αστυνομικών σκύλων ή αντιμετωπίζει τις δύο δραστηριότητες ως εντελώς ανεξάρτητα αντικείμενα;

Αντίστοιχη απάντηση θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και από τη διοίκηση της γνωστής μη κυβερνητικής οργάνωσης.

Υποστηρίζει ενιαία κριτήρια ευζωίας για όλους τους σκύλους, ανεξάρτητα από το εάν ανήκουν σε ιδιώτες ή υπηρετούν σε κρατικούς οργανισμούς; Έχει ασχοληθεί με τις συνθήκες εκπαίδευσης, διαβίωσης και περιορισμού των υπηρεσιακών σκύλων; Έχει διατυπώσει σχετικές επισημάνσεις στο υπουργείο με το οποίο έχει υπογράψει μνημόνιο συνεργασίας;

Πρόκειται για ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν χωρίς να απαιτείται από οποιονδήποτε να εγκαταλείψει τις επαγγελματικές ή επιστημονικές του πεποιθήσεις.

Αρκεί να αποσαφηνιστεί εάν τα ίδια κριτήρια εφαρμόζονται απέναντι σε όλους.

Τελικά, πόσες διαφορετικές μορφές ευζωίας υπάρχουν;

Εάν η χρήση ενός πνίχτη θεωρείται κακοποίηση, τότε η αξιολόγηση πρέπει να αφορά κάθε σκύλο, είτε βρίσκεται στα χέρια ενός ιδιώτη είτε υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία, στον Στρατό ή σε οποιονδήποτε άλλο δημόσιο οργανισμό.

Εάν ο παρατεταμένος περιορισμός μέσα σε ένα κλουβί θεωρείται επιβλαβής, τότε θα πρέπει να εξετάζεται με την ίδια αυστηρότητα και για τους υπηρεσιακούς σκύλους.

Εάν, αντιθέτως, υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες διαφορετικά εκπαιδευτικά εργαλεία και πρακτικές μπορούν να χρησιμοποιούνται χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές της ευζωίας, τότε αυτές οι προϋποθέσεις αξίζει να παρουσιαστούν, να συζητηθούν και να αξιολογηθούν με τα ίδια κριτήρια για όλους.

Γιατί διαφορετικά θα πρέπει να αρχίσουμε να εξετάζουμε μια πραγματικά παράδοξη εκδοχή: μήπως υπάρχει κάποια μορφή «υποχρεωτικής, δυστυχώς, κακοποίησης», την οποία οφείλουμε να αποδεχόμαστε όταν οι επιχειρησιακές ανάγκες του κράτους το απαιτούν;

Η ειρωνεία αυτής της διατύπωσης είναι σκόπιμη.

Η κακοποίηση δεν αποκτά διαφορετική ηθική υπόσταση επειδή ο άνθρωπος που κρατά τον οδηγό ενός σκύλου φορά στολή. Αντίστοιχα, η παρουσία ενός εκπαιδευτικού εργαλείου δεν αρκεί για να καταδικάσουμε έναν επαγγελματία χωρίς να εξετάσουμε τι πραγματικά κάνει με αυτό.

Αν πράγματι επιθυμούμε έναν ουσιαστικό διάλογο για την εκπαίδευση και την ευζωία των σκύλων, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τις εύκολες γενικεύσεις, τις επιλεκτικές καταδίκες και την αντίληψη ότι μια επαγγελματική διαφωνία μπορεί να λυθεί μέσω της ηθικής απαξίωσης του συνομιλητή μας.

Κυρίως όμως, όσοι επιλέγουν να εμφανίζονται δημόσια ως υπερασπιστές συγκεκριμένων αρχών οφείλουν να διατηρούν την ίδια στάση ανεξάρτητα από την ισχύ εκείνου που βρίσκεται απέναντί τους.

Γιατί είναι εύκολο να στρέφεις την κριτική σου απέναντι σε έναν ιδιώτη εκπαιδευτή, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από τη δουλειά του και διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες δημόσιας παρέμβασης. Το πραγματικό μέτρο της συνέπειας βρίσκεται στην ικανότητα να υπερασπίζεσαι τις ίδιες αρχές ακόμη και όταν απέναντί σου βρίσκεται ένας ισχυρός κρατικός θεσμός, με τον οποίο συνεργάζεται η οργάνωση στις δράσεις της οποίας συμμετέχεις.

Η προστασία των ζώων δεν μπορεί να περιορίζεται εκεί όπου η κριτική είναι εύκολη και να υποχωρεί εκεί όπου η ίδια κριτική ενδέχεται να έχει θεσμικό ή επαγγελματικό κόστος.

Και εάν πραγματικά θεωρούμε ότι συγκεκριμένες πρακτικές αποτελούν παραβίαση της ευζωίας, τότε θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε αυτή την άποψη ακόμη και απέναντι στην ίδια την κρατική εξουσία.

Εκτός αν, τελικά, η ευζωία αποτελεί μια αυστηρή υποχρέωση για τους σκύλους των πολιτών και μια διαφορετική, περισσότερο διαπραγματεύσιμη έννοια για τους σκύλους που υπηρετούν το κράτος.

Υστερόγραφο

Θα μπορούσα να συνοδεύσω το συγκεκριμένο άρθρο με έναν μεγάλο αριθμό φωτογραφιών και βίντεο που βρίσκονται στην κατοχή μου, από παρουσιάσεις και εκπαιδευτικές δραστηριότητες υπηρεσιακών σκύλων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλων Σωμάτων Ασφαλείας, στα οποία διακρίνονται με σαφήνεια οι γνωστές «αλυσίδες ελέγχου» γύρω από τον λαιμό των ζώων.

Επιλέγω συνειδητά να μην το κάνω, καθώς σκοπός μου δεν είναι να στοχοποιήσω κανένα πρόσωπο, κανέναν εκπαιδευτή και καμία υπηρεσία. Άλλωστε, ο ίδιος θεωρώ ότι η διαχείριση σκύλων που συμμετέχουν σε επιχειρησιακές αποστολές απαιτεί εξαιρετικά υψηλό επίπεδο ελέγχου, πειθαρχίας και ασφάλειας, καθώς τα περιθώρια για σφάλματα που ενδέχεται να οδηγήσουν σε σοβαρά ατυχήματα πρέπει να είναι ελάχιστα. Αυτός ακριβώς είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους αντιμετωπίζω με ιδιαίτερη επιφύλαξη την προσπάθεια να αξιολογούνται σύνθετες εκπαιδευτικές διαδικασίες αποκλειστικά μέσα από την παρουσία ή την απουσία ενός εργαλείου.

Το συγκεκριμένο οπτικοακουστικό υλικό θα παραμείνει στο αρχείο μου

Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι στον χώρο της εκπαίδευσης σκύλων δεν εμφανίστηκα χθες. Είκοσι χρόνια επαγγελματικής παρουσίας μού έχουν δώσει τη δυνατότητα να γνωρίσω ανθρώπους που υπηρετούν στα Σώματα Ασφαλείας, να αναπτύξω προσωπικές σχέσεις με εκπαιδευτές και χειριστές, να επισκεφθώ εγκαταστάσεις, να παρακολουθήσω εκπαιδευτικές διαδικασίες και χειρισμούς και να αποκτήσω άμεση εικόνα των απαιτήσεων που συνοδεύουν την εκπαίδευση εργασιακών σκύλων. Όπως ήδη ανέφερα, έχω συμμετάσχει ακόμη και σε διαδικασίες παράδοσης σκύλων που προορίζονταν για στρατιωτική χρήση.

Επομένως, η επιλογή μου να μη δημοσιοποιήσω το υλικό δεν προκύπτει από έλλειψη γνώσης ή τεκμηρίωσης, αλλά από συνειδητή απόφαση να μη μετατρέψω μια τοποθέτηση σε προσωπική αντιπαράθεση με ανθρώπους των οποίων το έργο γνωρίζω και σέβομαι.

Το αντικείμενο αυτού του άρθρου είναι συγκεκριμένο: να αναδείξει την ενδεχόμενη αντίφαση ανάμεσα στις δημόσιες εκπαιδευτικές θέσεις ορισμένων επαγγελματιών και στη συνεργασία φορέων με κρατικούς οργανισμούς, όταν οι επαγγελματίες συμμετέχουν σε δράσεις αυτών των φορέων και οι οργανισμοί ενδέχεται να εφαρμόζουν διαφορετικές μεθόδους από εκείνες που οι ίδιοι υπερασπίζονται.

Και κυρίως, να θέσει ένα ερώτημα που θεωρώ απολύτως θεμιτό: με ποια κριτήρια επιλέγονται οι άνθρωποι που καλούνται να συμβάλουν σε δράσεις προστασίας των ζώων και επιμόρφωσης αστυνομικών, όταν οι δημόσια διατυπωμένες εκπαιδευτικές τους απόψεις εμφανίζονται να συγκρούονται με εργαλεία που αναφέρονται σε τεχνικές προδιαγραφές άλλων υπηρεσιών του ίδιου υπουργείου;

Δεν ζητώ την απομάκρυνση κανενός ούτε θεωρώ ότι μια τέτοια διαφωνία αποκλείει αυτομάτως οποιαδήποτε συνεργασία. Ζητώ, όμως, να γνωρίζουμε πού ακριβώς τοποθετούνται τα όρια αυτής της συνεργασίας και εάν οι αρχές που προβάλλονται ως αδιαπραγμάτευτες στην ιδιωτική εκπαίδευση παραμένουν εξίσου αδιαπραγμάτευτες απέναντι στους δημόσιους οργανισμούς.

Γιατί το ζήτημα δεν είναι ποιος κρατά την αλυσίδα ελέγχου. Το ζήτημα είναι εάν εκείνοι που την καταδικάζουν τηρούν τα ίδια κριτήρια ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη της.

Το Dog’s Mind θέτει δημόσια τα παραπάνω ερωτήματα στους εμπλεκόμενους φορείς και στα πρόσωπα που προκύπτουν από τις πηγές του δημοσιεύματος, παραμένοντας στη διάθεσή τους για τη δημοσίευση οποιασδήποτε τεκμηριωμένης απάντησης ή διευκρίνισης.