DOG’S MIND — ΑΡΘΡΑ
Εκπαίδευση σκύλων «χωρίς βία» με σήμα το ηλεκτρικό κολάρο!
Για τις δημόσιες υποσχέσεις της εκπαίδευσης «χωρίς βία» και την ανάγκη διαφάνειας στην πράξη.
Έχω επαναλάβει πολλές φορές ότι το μάρκετινγκ και η επικοινωνία δεν δημιουργήθηκαν για να παραποιούν την εικόνα ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Δημιουργήθηκαν για να αναδεικνύουν τα πραγματικά τους πλεονεκτήματα, να τα παρουσιάζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να βοηθούν τον άνθρωπο να κατανοήσει τι ακριβώς του προσφέρεται. Κάπου στην πορεία, όμως, αυτή η λειτουργία αντιστράφηκε. Σήμερα, σε πολλούς επαγγελματικούς χώρους, η επικοινωνία δεν υπηρετεί την πραγματικότητα αλλά την κατασκευή μιας εικόνας που ελάχιστη σχέση έχει μαζί της. Και στον χώρο της εκπαίδευσης σκύλων γνωρίζουμε πολύ καλά πώς λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός.
Βαρύγδουπες εκφράσεις, εντυπωσιακοί τίτλοι, διακηρύξεις περί επιστημονικότητας και, φυσικά, η περίφημη «εκπαίδευση χωρίς βία». Μια φράση που μπορεί να ακούγεται εξαιρετικά ελκυστική στα αυτιά ενός κηδεμόνα, μέχρι τη στιγμή που θα ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από τους δίμετρους φράχτες ορισμένων εγκαταστάσεων. Εκεί όπου η δημόσια εικόνα σταματά και αρχίζει η πραγματική εκπαιδευτική διαδικασία, μακριά από τις κάμερες, τα διαφημιστικά βίντεο και τις προσεκτικά επιλεγμένες στιγμές που καταλήγουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και δεν αναφέρομαι απλώς στις κλασικές διορθώσεις που κάποιοι επιχειρούν να αποκρύψουν για να μη διαταράξουν το εμπορικό τους αφήγημα. Αναφέρομαι σε ακραίες πρακτικές, σε συμπεριφορές που ξεπερνούν κάθε εύλογο όριο εκπαιδευτικής παρέμβασης και αποτελούν ξεκάθαρη κακοποίηση σκύλων.
Συμπλήρωσα μια εικοσαετία στην επαγγελματική εκπαίδευση σκύλων. Είκοσι χρόνια κατά τα οποία είδα εικόνες που δεν ξέρω αν η τεχνολογία θα μου επιτρέψει ποτέ να αναπαραστήσω με την ευκρίνεια που έχουν παραμείνει στη μνήμη μου. Είδα ηλεκτρικά κολάρα να χρησιμοποιούνται με τέτοια ένταση ώστε σκύλοι να φτάνουν μέχρι τη λιποθυμία. Είδα κολάρα με καρφιά να μετατρέπονται σε υποκατάστατα της γνώσης, εκεί όπου η επαγγελματική ανεπάρκεια δεν επέτρεπε στο μυαλό του εκπαιδευτή να αναζητήσει άλλους δρόμους αντιμετώπισης μιας συμπεριφοράς.
Είδα πολλά. Πολύ περισσότερα από όσα έχω δημοσιοποιήσει. Και τα είδα σε έναν επαγγελματικό χώρο όπου, αρκετά συχνά, η απόσταση ανάμεσα σε όσα διακηρύσσονται δημόσια και σε όσα εφαρμόζονται στην πράξη είναι πραγματικά χαώδης.
Από την πλευρά μου, ουδέποτε επιχείρησα να κατασκευάσω την εικόνα του καλού, του αθώου ή του εκπαιδευτή που ζει αποκλειστικά μέσα σε έναν κόσμο από αγκαλιές, λιχουδιές και χαμογελαστούς σκύλους. Υπερασπίστηκα τις θέσεις μου δημόσια, ακόμη κι όταν γνώριζα ότι θα προκαλούσαν αντιδράσεις. Δεν υπήρξα ποτέ υποστηρικτής της αντίληψης ότι κάθε μορφή πίεσης κατά την εκπαίδευση είναι απορριπτέα, ούτε δέχθηκα ότι η σύνθετη συμπεριφορά ενός ζώου μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μέσα από ένα και μοναδικό μεθοδολογικό δόγμα.
Δεν είμαι «θετικός εκπαιδευτής» και ούτε πρόκειται να γίνω μόνο και μόνο επειδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός ενδεχομένως θα εξυπηρετούσε καλύτερα την επαγγελματική μου εικόνα. Δεν είμαι όμως και «κάφρος». Δεν υπήρξα ποτέ και δεν σκοπεύω να γίνω. Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής μου διαδρομής μού έχουν καταλογιστεί σκληρές συμπεριφορές απέναντι σε κηδεμόνες σκύλων. Δεν υπήρξα πάντοτε διπλωματικός, ούτε ενδιαφέρθηκα ιδιαίτερα να γίνω αρεστός όταν θεωρούσα ότι μια ανθρώπινη συμπεριφορά δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στο ζώο. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν γνωρίζω να μου έχει αποδοθεί κατηγορία για υπέρβαση των ορίων πίεσης απέναντι σε σκύλο στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μου μεθοδολογίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μια αντίφαση που αξίζει να εξετάσουμε.
Πώς είναι δυνατόν ένας επαγγελματίας να διαφημίζει εκπαίδευση «χωρίς βία» και, όταν ο κηδεμόνας βρεθεί μπροστά σε μια πρακτική που δικαιολογημένα τον προβληματίζει, να ξεκινά μια ολόκληρη επιχείρηση επαναπροσδιορισμού της έννοιας της βίας; Ξαφνικά, το μπλε πρέπει να παρουσιαστεί ως κόκκινο. Η πίεση βαφτίζεται επικοινωνία, ο εξαναγκασμός μετατρέπεται σε καθοδήγηση και η έντονη αντίδραση του σκύλου εξηγείται μέσα από μια σειρά γλωσσικών τεχνασμάτων που έχουν έναν και μοναδικό στόχο: να προστατεύσουν την αρχική διαφημιστική υπόσχεση.
Έτσι, η βία περιορίζεται αυθαίρετα σε ένα εξαιρετικά μικρό φάσμα συμπεριφορών, λες και για να χαρακτηριστεί βίαιη μια πράξη πρέπει απαραίτητα να αρχίσει κάποιος να γρονθοκοπεί έναν σκύλο.
Η συζήτηση γύρω από τα όρια της πίεσης, του εξαναγκασμού και της βίας είναι επιστημονικά και ηθικά σοβαρή. Απαιτεί γνώση, παρατήρηση, τεκμηρίωση και την ικανότητα να αξιολογούμε τι πραγματικά συμβαίνει στον σκύλο, πέρα από τις ιδεολογικές μας προτιμήσεις. Δεν μπορεί, όμως, να διεξάγεται με όρους διαφημιστικής καμπάνιας, ούτε να αλλάζουν οι ορισμοί κάθε φορά που κάποιος καλείται να δικαιολογήσει τις πράξεις του.
Ακόμη πιο προβληματικό θεωρώ το γεγονός ότι στον ίδιο επαγγελματικό χώρο συναντάμε σχολές και επαγγελματίες που χρησιμοποιούν τίτλους και χαρακτηρισμούς ικανούς να δημιουργήσουν στον πολίτη την εντύπωση μιας θεσμικής ή επιστημονικής αναγνώρισης μεγαλύτερης από εκείνη που ενδεχομένως διαθέτουν στην πραγματικότητα.
Εδώ το ζήτημα ξεπερνά τα όρια της απλής διαφήμισης. Αγγίζει το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει ποιος αναλαμβάνει την εκπαίδευση του σκύλου του, ποια είναι τα πραγματικά προσόντα του και τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν οι τίτλοι που επικαλείται.
Όταν, μάλιστα, οι ίδιοι άνθρωποι διεκδικούν δημόσιο λόγο για το μέλλον του επαγγέλματος, για τα κριτήρια επαγγελματικής επάρκειας, για την πιστοποίηση ή ακόμη και για το ποιος θα πρέπει να έχει δικαίωμα να ασκεί την εκπαίδευση σκύλων, τότε το παρελθόν τους και η πραγματική επαγγελματική τους διαδρομή αποκτούν αυξημένη σημασία.
Δεν μπορείς να ζητάς από μια ολόκληρη επαγγελματική κοινότητα να αποδείξει την επάρκειά της, όταν ο ίδιος αποφεύγεις τη δημόσια αξιολόγηση των πρακτικών που εφάρμοσες. Δεν μπορείς να επικαλείσαι την επιστήμη ως επιχείρημα αυθεντίας και ταυτόχρονα να θεωρείς ότι η δική σου μεθοδολογία, οι δικές σου επιλογές και οι δικοί σου ισχυρισμοί βρίσκονται πέρα από κάθε αμφισβήτηση.
Και κυρίως, δεν μπορείς να χτίζεις μια ολόκληρη επαγγελματική ταυτότητα πάνω στην ηθική ανωτερότητα που υποτίθεται ότι σου εξασφαλίζει η φράση «χωρίς βία», όταν δεν είσαι διατεθειμένος να εξηγήσεις δημόσια τι ακριβώς εννοείς με αυτή τη φράση και πώς εφαρμόζεις στην πράξη όσα υπόσχεσαι.
Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να χαμηλώσουν οι φράχτες. Όχι για να μετατρέψουμε την εκπαίδευση σκύλων σε ένα πεδίο προσωπικών αντεγκλήσεων, αλλά για να επιτρέψουμε επιτέλους στην πραγματικότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από τη διαφήμιση. Για να συζητήσουμε ουσιαστικά για τη γνώση, την επαγγελματική επάρκεια, τις μεθόδους, τα όρια και την ευθύνη απέναντι στον σκύλο, χωρίς επικοινωνιακά προσωπεία και χωρίς την ανάγκη να χωριστεί ο κόσμος σε ενάρετους και ανήθικους.
Όσοι σήμερα εμφανίζονται ως αποκλειστικοί εκφραστές της επιστημονικής γνώσης και επιχειρούν να καθορίσουν το επαγγελματικό μέλλον άλλων ανθρώπων, οφείλουν να είναι προετοιμασμένοι να απαντήσουν και για το δικό τους παρελθόν. Με γεγονότα, αποδείξεις και πραγματική τεκμηρίωση, όχι με υπαινιγμούς και διαφημιστικές αφηγήσεις.
Γιατί, όταν η συζήτηση φτάνει στο μέλλον του σκύλου και στους ανθρώπους στους οποίους θα εμπιστευόμαστε την εκπαίδευσή του, η δημόσια εικόνα δεν μπορεί να αποτελεί πιστοποιητικό ηθικής ή επαγγελματικής επάρκειας.
Και τελικά, αν πράγματι πιστεύεις στην εκπαίδευση χωρίς βία, γιατί να χρειάζεσαι έναν δίμετρο φράχτη για να προστατεύσεις την εικόνα της;

