Πριν κατηγορήσουμε τους εκπαιδευτές, ας πούμε την αλήθεια για τον σκύλο — Μέρος Πρώτο

DOG’S MIND — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ & ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

Πριν κατηγορήσουμε τους εκπαιδευτές, ας πούμε την αλήθεια για τον σκύλο — Μέρος Πρώτο

Η Βρετανία στρέφει τη συζήτηση προς τους εκπαιδευτές, ενώ τα σοβαρά περιστατικά αυξάνονται παρά την επιστημονική πρόοδο, την ενημέρωση και τις απαγορεύσεις φυλών. Πριν αναζητήσουμε τον εύκολο ένοχο, μήπως πρέπει να εξετάσουμε την εμπορική και εξιδανικευμένη εικόνα του σκύλου που παρουσιάσαμε στο κοινό;

← Όλα τα άρθρα

Στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, το βρετανικό Υπουργείο Περιβάλλοντος, Τροφίμων και Αγροτικών Υποθέσεων δημοσίευσε την έκθεση της Responsible Dog Ownership Taskforce (Ομάδα Εργασίας για την Υπεύθυνη Κηδεμονία Σκύλων), μιας ομάδας που δημιουργήθηκε με στόχο να εξετάσει τρόπους περιορισμού των επιθέσεων, των περιστατικών και των ατυχημάτων που σχετίζονται με σκύλους, καθώς και τη βελτίωση της υπεύθυνης κηδεμονίας.

Υπάρχει ένας αριθμός μέσα στην έκθεση που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Ο πληθυσμός των σκύλων στη Βρετανία εκτιμάται ότι αυξήθηκε από 8,2 εκατομμύρια το 2011 σε 11,1 εκατομμύρια το 2025 — περίπου 35%. Την ίδια περίοδο, αν εξετάσουμε τα διαθέσιμα στοιχεία για την Αγγλία, οι νοσηλείες που σχετίζονται με δάγκωμα ή χτύπημα από σκύλο αυξήθηκαν από 6.097 το 2010-11 σε 10.787 το 2024-25. Πρόκειται για αύξηση περίπου 77%, σημαντικά μεγαλύτερη δηλαδή από την αντίστοιχη αύξηση του πληθυσμού των σκύλων.

Παράλληλα, στοιχεία που επικαλείται η Taskforce από την PDSA δείχνουν ότι το 60% των επαγγελματιών κτηνιατρικής που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα δήλωσαν ότι είχαν παρατηρήσει αύξηση προβλημάτων συμπεριφοράς. Ως πιθανούς παράγοντες ανέφεραν, μεταξύ άλλων, την ανεπαρκή κοινωνικοποίηση, τη δυσκολία των ανθρώπων να κατανοήσουν τη συμπεριφορά και την επικοινωνία του σκύλου, καθώς και την έλλειψη εκπαίδευσης κατά την περίοδο του κουταβιού.

Η αντίφαση είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Μιλάμε για μια χώρα που θεωρείται επιστημονικά και θεσμικά προηγμένη, διαθέτει εκτεταμένη ενημέρωση για την υπεύθυνη κηδεμονία και έχει ήδη προχωρήσει σε απαγορεύσεις ή αυστηρούς περιορισμούς για συγκεκριμένους τύπους σκύλων. Κι όμως, τα σοβαρά περιστατικά και οι νοσηλείες αυξάνονται ταχύτερα από τον ίδιο τον πληθυσμό των σκύλων. Η πρόοδος της γνώσης δεν φαίνεται να μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη πρόοδο στην καθημερινή πραγματικότητα.

Άρα κάτι συμβαίνει — και μάλιστα σε μια περίοδο και σε μια χώρα που θεωρείται ότι βρίσκεται αρκετά μπροστά τόσο επιστημονικά όσο και ενημερωτικά. Σίγουρα, λοιπόν, δεν αρκεί πλέον να απαντήσουμε ότι «απλώς υπάρχουν περισσότεροι σκύλοι».

Η Βρετανία στρέφεται και στους εκπαιδευτές

Η έκθεση περιλαμβάνει είκοσι προτάσεις. Αφορούν τη συλλογή δεδομένων, την επιβολή της νομοθεσίας, την ενημέρωση του κοινού, την εκπαίδευση των κηδεμόνων και, μεταξύ άλλων, τη ρύθμιση του επαγγέλματος του εκπαιδευτή και του behaviourist (ειδικού συμπεριφοράς).

Η πρόταση 18 ζητά να εξεταστούν μοντέλα ρύθμισης των εκπαιδευτών σκύλων και των behaviourists (ειδικών συμπεριφοράς). Η βρετανική Taskforce σημειώνει ότι σήμερα οι συγκεκριμένοι επαγγελματικοί τίτλοι δεν είναι προστατευμένοι, ότι δεν υπάρχουν υποχρεωτικά κοινά standards και ότι οι διαφορές σε εμπειρία, επάρκεια και μεθοδολογία μπορεί να είναι τεράστιες.

Μέχρι εδώ η συζήτηση είναι εύλογη. Από εδώ όμως αρχίζει η δική μου διαφωνία, γιατί πριν κατηγορήσουμε εκείνους που εκπαιδεύουν τον σκύλο, πρέπει επιτέλους να εξετάσουμε κάτι πολύ πιο βασικό: ποια εικόνα του σκύλου έχουμε παρουσιάσει στον άνθρωπο και πόση σχέση έχει αυτή με τη βιολογική πραγματικότητα;

Το πιο επικίνδυνο ίσως δεν είναι ποιος αυτοαποκαλείται εκπαιδευτής

Εδώ και χρόνια συζητάμε για το ποιος μπορεί να ονομάζεται εκπαιδευτής, ποια μέθοδος είναι επιστημονική, ποια εργαλεία επιτρέπονται και ποιος οργανισμός θα πιστοποιεί ποιον. Πολύ λιγότερο, όμως, συζητάμε για κάτι που θεωρώ πολύ πιο επικίνδυνο: ποιος έχει αποκτήσει τη δύναμη να παρουσιάζει δημόσια μια παραποιημένη εικόνα του σκύλου.

Το να γυρίσουμε και να κοιτάξουμε προς την πλευρά των εκπαιδευτών σκύλων είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να παραδεχτούμε ότι κοντεύουμε να φτάσουμε στο σημείο όπου οι εκπαιδευτές σκύλων ακούγονται λιγότερο από τους influencers, οι οποίοι εμφανίζονται αγκαλιά με έναν σκύλο και μπορούν να πουν σχεδόν οτιδήποτε περάσει από το μυαλό τους, αρκεί αυτό να αποσπάσει περισσότερα likes. Αρκεί κάποιος να κοιτάξει τι συμβαίνει στην Ελλάδα για να διαπιστώσει πόσο απογοητευτικό είναι πολλές φορές το σημείο στο οποίο συγκεντρώνεται η προσοχή της κοινής γνώμης.

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στους influencers. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν και επαγγελματίες οι οποίοι —εύχομαι όχι συνειδητά— αποφεύγουν να πουν ολόκληρη την αλήθεια, επιλέγοντας πιο εύπεπτες τοποθετήσεις επειδή γνωρίζουν ότι αυτές θα βρουν ευκολότερα σύμφωνο το κοινό και θα τους εξασφαλίσουν την αποδοχή του. Έχουμε δει ακόμη και επαγγελματίες να εκτίθενται δημόσια από σκύλους που οι ίδιοι παρουσίαζαν ως εκπαιδευμένους. Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να αποτελεί λόγο περισσότερης αυτοκριτικής και λιγότερης βεβαιότητας. Αγάπη σημαίνει ειλικρίνεια. Αν η αγάπη είναι παράγωγο ενός ψέματος ή μιας διαστρεβλωμένης εικόνας, τότε έχουμε ήδη πρόβλημα.

Για δεκαετίες χτίζουμε την εικόνα ενός σχεδόν εξ ορισμού ακίνδυνου πλάσματος: του «καλύτερου φίλου του ανθρώπου», ο οποίος αγαπά χωρίς όρους, συγχωρεί τα πάντα και, αν κάποτε εμφανίσει επικίνδυνη συμπεριφορά, τότε σχεδόν υποχρεωτικά πρέπει να έχει προηγηθεί κακοποίηση, λάθος κηδεμόνας ή κάποιος άλλος εξωτερικός παράγοντας που θα εξηγήσει τα πάντα.

Η αφήγηση αυτή είναι γοητευτική, εμπορική και κινηματογραφική. Δεν αποτελεί όμως πλήρη περιγραφή ενός βιολογικού οργανισμού. Ο σκύλος μπορεί να φοβηθεί, να διεκδικήσει πόρους, να αναπτύξει εδαφική συμπεριφορά, να συγκρουστεί κοινωνικά και να αλλάξει καθώς ωριμάζει. Μπορεί να επηρεαστεί από πόνο, από το περιβάλλον του, από προηγούμενη μάθηση, από γενετικές προδιαθέσεις, από τις εμπειρίες του και από αμέτρητους συνδυασμούς αυτών των παραγόντων.

Και ένας σκύλος μπορεί να γίνει επικίνδυνος. Το να το λέμε αυτό δεν είναι επίθεση στον σκύλο· είναι σεβασμός προς αυτόν. Γιατί όταν πείσεις έναν άνθρωπο ότι το ζώο που έχει δίπλα του δεν μπορεί ουσιαστικά να γίνει επικίνδυνο εφόσον «το αγαπά σωστά», τον απομακρύνεις από την πραγματική πρόληψη.

Ο σκύλος δεν γεννιέται «ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου»

Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη φράση ολόκληρης της συζήτησης: ο σκύλος δεν γεννιέται ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Μπορεί να γίνει. Και αυτή η διαφορά αλλάζει τα πάντα.

Η σχέση σκύλου και ανθρώπου δεν είναι ένα μεταφυσικό συμβόλαιο που υπογράφεται με τη γέννηση του ζώου. Είναι μια σχέση που δημιουργείται και εξελίσσεται. Χρειάζεται γνώση, όρια, παρατήρηση, προσαρμογή και, πάνω απ’ όλα, ειλικρίνεια.

Ο σκύλος δεν είναι φυτό εσωτερικού χώρου που χρειάζεται λίγο νερό, τροφή και αγάπη. Είναι ένα κοινωνικό, εξελισσόμενο ζώο με δικά του κίνητρα, φόβους και ανάγκες, αλλά και με δυνατότητα να προκαλέσει σοβαρή βλάβη — ανεξαρτήτως του πόσο άβολα αισθανόμαστε όταν το λέμε.

Η ίδια η επιστήμη πρέπει να προσέξει τα όριά της

Από το 2014 επισημαίνω ένα ακόμη πρόβλημα: δεν μπορούμε να μεταφέρουμε κάθε εύρημα μιας ελεγχόμενης μελέτης αυτούσιο στον συνολικό πληθυσμό των σκύλων. Και εδώ δεν χρειάζεται καμία θεωρία συνωμοσίας. Η ίδια η επιστημονική βιβλιογραφία μάς προειδοποιεί για το πρόβλημα της επιλογής των συμμετεχόντων.

Σε μεγάλη μελέτη γνωστικών χαρακτηριστικών, για παράδειγμα, οι σκύλοι έπρεπε να μην εμφανίζουν υπερβολική επιθετικότητα προς ανθρώπους προκειμένου να συμμετάσχουν. Άλλες συμπεριφορικές έρευνες έχουν αποκλείσει σκύλους με ιστορικό σοβαρής επιθετικότητας ή resource guarding (φύλαξης πόρων) για απολύτως κατανοητούς λόγους ασφάλειας.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, εργασία του 2025 στο Applied Animal Behaviour Science προειδοποίησε ότι τα αρχικά κριτήρια συμμετοχής και επιτυχίας σε γνωστικά τεστ μπορούν να οδηγήσουν σε selection bias (μεροληψία επιλογής), υπερεκπροσωπώντας σκύλους περισσότερο κινητοποιημένους, εκπαιδευμένους ή κατάλληλους για το συγκεκριμένο τεστ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μελέτες είναι άχρηστες. Σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζουμε σε ποιον πληθυσμό μπορούμε να γενικεύσουμε τα αποτελέσματά τους. Αν μελετάμε κυρίως σκύλους που μπορούν με ασφάλεια να μπουν σε εργαστήριο, να συνεργαστούν με έναν άγνωστο άνθρωπο, να δουλέψουν για τροφή και να ολοκληρώσουν συγκεκριμένες διαδικασίες, πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί όταν από αυτά τα δεδομένα επιχειρούμε να περιγράψουμε τον «σκύλο» ως ενιαία οντότητα — ιδίως όταν το ερώτημα είναι η επικίνδυνη συμπεριφορά.

Η επιστήμη δεν είναι δόγμα εκπαίδευσης

Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκε και κάτι ακόμη παράξενο. Η συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση του σκύλου πολλές φορές δεν θυμίζει επιστημονική συζήτηση· θυμίζει περισσότερο σύγκρουση στρατοπέδων. Μία μέθοδος παρουσιάζεται ως ηθική, μία άλλη ως ανήθικη, μία σχολή ως «επιστημονική» και η άλλη περίπου ως αναχρονισμός.

Επιστήμη όμως δεν σημαίνει να παίρνεις ένα σύνολο τεχνικών και να το μετατρέπεις σε ιδεολογία. Επιστήμη σημαίνει να παρατηρείς τα αποτελέσματα, να ελέγχεις τις υποθέσεις σου και —κυρίως— να είσαι έτοιμος να τις αλλάξεις όταν τα δεδομένα δεν συμφωνούν μαζί σου.

Όταν την ίδια περίοδο που λέμε ότι γνωρίζουμε περισσότερα από ποτέ για τον σκύλο βλέπουμε σοβαρά περιστατικά και νοσηλείες να αυξάνονται ταχύτερα από τον ίδιο τον πληθυσμό των σκύλων, αυτό δεν αποδεικνύει ότι απέτυχε η επιστήμη. Αποδεικνύει όμως ότι έχουμε υποχρέωση να εξετάσουμε αν αποτυγχάνει κάπου η εφαρμογή, η επικοινωνία, οι υποθέσεις μας ή ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπουμε αποσπασματική γνώση σε γενικούς κανόνες. Το «κάποιος άλλος φταίει» δεν αποτελεί επιστημονική απάντηση.

Πριν κατηγορήσουμε τον εκπαιδευτή, ας ενημερώσουμε τον κηδεμόνα

Εδώ φτάνουμε στο σημείο που θεωρώ ουσιαστικότερο. Αν μου έλεγαν ότι έχουμε περιορισμένους πόρους και πρέπει να επιλέξουμε πού θα επενδύσουμε πρώτα, η απάντησή μου δεν θα ήταν «αναζητήστε τον εύκολο ένοχο στους εκπαιδευτές». Θα ήταν: εκπαιδεύστε πρώτα τον άνθρωπο που αποκτά τον σκύλο.

Το επόμενο ερώτημα, φυσικά, είναι ποιοι θα εκπαιδεύσουν πραγματικά αυτόν τον άνθρωπο. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς «οποιοσδήποτε εμφανίζεται ως αυθεντία». Θα πρέπει να είναι άνθρωποι που μπορούν να πουν την αλήθεια ακόμη και όταν αυτή δεν είναι ευχάριστη, γιατί η αλήθεια βρίσκεται πολλές φορές μπροστά μας και εμείς είμαστε εκείνοι που αρνούμαστε να την κοιτάξουμε.

Θέλω έναν κηδεμόνα που, πριν αναλάβει ένα ζώο, να γνωρίζει πώς να βάλει από την αρχή όρια, να μπορεί να αναγνωρίζει προβληματικές συμπεριφορές και να είναι απαλλαγμένος από κινηματογραφικά πρότυπα και ηθικολογικά ψεύδη. Αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ μεγαλύτερη ασπίδα δημόσιας ασφάλειας από οποιαδήποτε επιστημονικοφανή ταμπέλα στον τοίχο ενός επαγγελματία.

Και έχει ενδιαφέρον ότι ακόμη και η ίδια η βρετανική έκθεση δεν περιορίζεται στους εκπαιδευτές. Εξετάζει νέες νομικές απαιτήσεις για την κηδεμονία, εκπαιδευτικά προγράμματα για τους ιδιοκτήτες, εκστρατείες ενημέρωσης και καλύτερη εκπαίδευση γύρω από τις ασφαλείς αλληλεπιδράσεις ανθρώπου και σκύλου. Ίσως λοιπόν αυτή ακριβώς είναι η συζήτηση που πρέπει να ανοίξει πολύ περισσότερο.

Δεν χρειάζεται λογοκρισία. Χρειάζεται διάκριση μεταξύ μύθου και πληροφορίας

Όταν μιλάω για την εικόνα του σκύλου στα μέσα ενημέρωσης, στο διαδίκτυο ή ακόμη και στην τέχνη, δεν μιλάω για λογοκρισία. Η τέχνη έχει κάθε δικαίωμα να δημιουργεί τον σκύλο που περιμένει για πάντα τον άνθρωπό του, τον σκύλο που θυσιάζεται ή τον σκύλο που αντιλαμβάνεται κάθε ανθρώπινη σκέψη. Αυτό είναι αφήγηση και κανείς δεν έχει λόγο να της αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αφήγηση μετατρέπεται σε δήθεν βιολογική πραγματικότητα, όταν το σενάριο γίνεται οδηγός συμπεριφοράς και όταν το viral video αντικαθιστά την πραγματική γνώση. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν όποιος τολμήσει να πει ότι ο σκύλος μπορεί να δαγκώσει, να συγκρουστεί ή να εμφανίσει επικίνδυνη συμπεριφορά αντιμετωπίζεται περίπου ως εχθρός των ζώων. Η πραγματική φιλοζωία δεν χρειάζεται ωραιοποίηση. Χρειάζεται γνώση.

Και μετά έρχεται η φαρμακολογία

Μιλάω ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας για την αυξανόμενη παρουσία ψυχοτρόπων σκευασμάτων στη διαχείριση της συμπεριφοράς του σκύλου. Και εδώ πρέπει να είμαστε σαφείς: η κτηνιατρική συμπεριφορική φαρμακολογία μπορεί να έχει θέση και, σε συγκεκριμένα ακραία περιστατικά, μπορεί να είναι πολύτιμη.

Το ερώτημα είναι διαφορετικό: θα χρησιμοποιήσουμε το φάρμακο ως εργαλείο μέσα σε μια συνολική αντιμετώπιση ή θα αρχίσουμε να μετατρέπουμε κοινωνικά, περιβαλλοντικά και εκπαιδευτικά προβλήματα σε αποκλειστικά ιατρικές διαγνώσεις;

Γιατί αν η κοινωνία δεν μάθει να διαχειρίζεται τον πραγματικό σκύλο, κάποιος θα αναγκαστεί τελικά να διαχειριστεί συμπεριφορές που μπορεί να βαφτιστούν «συμπτώματα». Και αυτό, από μόνο του, δεν είναι πρόοδος.

Στην Ελλάδα καταφέραμε να χωριστούμε πριν καν συμφωνήσουμε στο πρόβλημα

Στη χώρα μας, ο χώρος της κυνοφιλίας, της εκπαίδευσης και της φιλοζωίας κατακερματίστηκε τα τελευταία χρόνια σε στρατόπεδα: εκπαιδευτές απέναντι σε εκπαιδευτές, επαγγελματίες απέναντι σε εθελοντές, οργανώσεις απέναντι σε άλλες οργανώσεις και μέθοδοι απέναντι σε μεθόδους. Και στη μέση βρίσκεται ένας μπερδεμένος κηδεμόνας, χαμένος μέσα σε μια διαρκώς αντικρουόμενη πληροφορία.

Μέσα σε όλο αυτό, ένα βασικό ερώτημα έχει μείνει πολλές φορές αναπάντητο: ποιο είναι το μετρήσιμο αποτέλεσμα όλων όσων κάνουμε τις τελευταίες δεκαετίες;

Το ίδιο ισχύει και για το τεράστιο ζήτημα των αδέσποτων. Πόσα ζώα υπάρχουν πραγματικά; Πόσα περιστατικά καταγράφονται; Πόσες οργανώσεις δραστηριοποιούνται; Πόσα δημόσια και ιδιωτικά χρήματα έχουν δαπανηθεί σε βάθος είκοσι ετών; Ποια μέτρα λειτούργησαν και ποια απέτυχαν;

Δεν ζητώ να κατηγορηθούν οι χιλιάδες άνθρωποι που προσφέρουν προσωπικό χρόνο, χρήματα και ψυχή για να σώσουν ζώα. Ακριβώς το αντίθετο. Αν θέλουμε πραγματικά να προστατεύσουμε την προσπάθειά τους, πρέπει να σταματήσουμε να τους ζητάμε να λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα όπου η συγκίνηση καλείται να καλύψει τα κενά της γνώσης και των δεδομένων.

Γιατί στο τέλος ο σκύλος θα πληρώσει τον λογαριασμό

Αυτό γράφω εδώ και χρόνια και αυτό εξακολουθώ να πιστεύω. Αν συνεχίσουμε να παρουσιάζουμε μια εξιδανικευμένη εικόνα του σκύλου και τα σοβαρά περιστατικά συνεχίσουν να αυξάνονται, κάποια στιγμή η κοινωνική αντίδραση θα έρθει. Και όταν έρθει, δεν θα είναι απαραίτητα ψύχραιμη: θα ζητηθούν απαγορεύσεις, θα στοχοποιηθούν φυλές, θα στοχοποιηθούν επαγγελματικές ομάδες και θα εμφανιστούν ακόμη αυστηρότεροι περιορισμοί.

Ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η Βρετανία έχει ήδη φτάσει σε αυτό το σημείο. Εδώ και χρόνια εφαρμόζει απαγορεύσεις για συγκεκριμένους τύπους σκύλων και, πιο πρόσφατα, αυστηρούς περιορισμούς για τον XL Bully. Με άλλα λόγια, η συζήτηση που σήμερα ανοίγει γύρω από τους εκπαιδευτές δεν γίνεται σε ένα θεωρητικό περιβάλλον· γίνεται σε μια χώρα που έχει ήδη επιλέξει την απαγόρευση και τον περιορισμό ως μέρος της απάντησής της στο πρόβλημα.

Και ο πρώτος που θα πληρώσει αυτή την αποτυχία θα είναι ο ίδιος ο σκύλος. Γι’ αυτό και όσοι πραγματικά αγαπάμε αυτό το ζώο οφείλουμε να είμαστε οι πρώτοι που θα μιλήσουμε χωρίς ωραιοποίηση. Δεν χρειάζεται να πούμε στον κόσμο ότι ο σκύλος είναι επικίνδυνος· χρειάζεται να του πούμε ότι μπορεί να γίνει. Δεν χρειάζεται να φοβίσουμε τον κηδεμόνα· χρειάζεται να τον εκπαιδεύσουμε. Και δεν χρειάζεται να πετάξουμε την επιστήμη· χρειάζεται να αρνηθούμε να τη μετατρέψουμε σε δόγμα.

Προτού λοιπόν κατηγορήσουμε τους εκπαιδευτές και τους αποδώσουμε το βάρος μιας αποτυχίας που αφορά ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουμε τον σκύλο, ας κάνουμε κάτι πολύ δυσκολότερο: ας πούμε επιτέλους στον άνθρωπο την αλήθεια για το ζώο που βάζει μέσα στο σπίτι του.

Ο σκύλος δεν είναι ένα πρόγραμμα που εγκαθίσταται σωστά μία φορά και μετά λειτουργεί για πάντα — ούτε καν οι υπολογιστές δεν λειτουργούν έτσι. Είναι ένα ζωντανό, εξελισσόμενο πλάσμα. Αλλάζει μέσα στο περιβάλλον του, μαθαίνει, προσαρμόζεται, ωριμάζει, αποκτά εμπειρίες και μεταβάλλει συμπεριφορές. Η πραγματική σχέση μαζί του δεν χρειάζεται μύθους αλλά σεβασμό. Ο σκύλος δεν γεννιέται ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου είναι μια σχέση που χτίζεται.

Και αν θέλουμε πραγματικά να προστατεύσουμε αυτή τη σχέση, πρέπει πρώτα να έχουμε το θάρρος να τη δούμε όπως είναι. Το δύσκολο, βέβαια, είναι ότι εκείνος που κοιτάζει τον σκύλο πρέπει πρώτα να βρει το θάρρος να κοιτάξει τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο άνθρωπος βρίσκεται σε πόλεμο με την ίδια του τη φύση εδώ και χιλιάδες χρόνια. Έχουμε φτάσει στο σημείο να απορρίπτουμε φυσικά συναισθήματα που υπάρχουν μέσα μας και να αναζητούμε μια κατάσταση απόλυτης ισορροπίας, ένα διαρκές νιρβάνα, μέσα από χιλιάδες επιστημονικές ή εναλλακτικές μεθόδους. Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα βαθύτερο πρόβλημα: στην ίδια τη σκέψη. Η σκέψη μπορεί να ονειρεύεται υπέροχους κόσμους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί και να τους δημιουργήσει κατά παραγγελία, ούτε ότι μπορεί να μεταπηδήσει χιλιάδες χρόνια μπροστά για να επισπεύσει τη φυσική εξέλιξη.

Ίσως λοιπόν κάποιες φορές δεν είναι ώρα για περισσότερη θεωρία αλλά για περισσότερη πραγματικότητα. Να κοιτάξουμε πρώτα τους ίδιους μας τους εαυτούς και τα συναισθήματα που χρόνια προσπαθούμε να απορρίψουμε, να καταπιέσουμε ή να βαφτίσουμε «λανθασμένα». Γιατί το ίδιο ακριβώς μοτίβο προβάλλουμε και πάνω στον σκύλο: για κάθε δύσκολη ή ανεπιθύμητη συμπεριφορά του πρέπει να υπάρχει πάντα ένας εξωτερικός ένοχος — ένας εκπαιδευτής, ένας άνθρωπος, ένα τραύμα ή ένα λάθος περιβάλλον.

Όμως η επιθετικότητα αποτελεί μέρος του συμπεριφορικού ρεπερτορίου τόσο του ανθρώπου όσο και του σκύλου. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει, αλλά πώς εκφράζεται, πώς ρυθμίζεται και πώς διαχειρίζεται. Και αν κάποιος ισχυρίζεται ότι μπορεί να εξαλειφθεί ως φυσικό ενδεχόμενο, τότε πραγματικά θα ήθελα να δω την έρευνα που το αποδεικνύει.

Πηγές

Χρήστος Κούτσης
Εκπαιδευτής Σκύλων — Dog’s Mind

Γνωρίστε τον Χρήστο Κούτση