DOG’S MIND — ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΣΚΥΛΟΣ
Cane Corso — Το Χρυσό Κούτσουρο και ο σκύλος που θυμήθηκε την καλοσύνη
Μια ναπολιτάνικη ιστορία του 17ου αιώνα για έναν ισχυρό φύλακα που δεν ξέχασε μια πράξη καλοσύνης.
Μυθικοί Σκύλοι | Ιταλική λαογραφία
Ο μύθος και η προέλευσή του
Το «Χρυσό Κούτσουρο» (Lo Turzo d’Oro), γνωστό επίσης ως «Η Χρυσή Ρίζα», είναι ένα παραμύθι της ναπολιτάνικης λογοτεχνικής παράδοσης, καταγεγραμμένο από τον Ιταλό συγγραφέα Τζαμπατίστα Μπαζίλε (Giambattista Basile).
Περιλαμβάνεται στην περίφημη συλλογή Lo Cunto de li Cunti, γνωστή και ως Pentamerone, η οποία δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα, μεταξύ 1634 και 1636.
Στην ιστορία πρωταγωνιστεί η Παρμετέλα, μια νεαρή γυναίκα που βρίσκεται αντιμέτωπη με μάγια, ανθρωποφάγους δράκαινες και δοκιμασίες που απειλούν τη ζωή της.
Ανάμεσα στους χαρακτήρες εμφανίζεται ένας τρομερός σκύλος, τον οποίο το πρωτότυπο ναπολιτάνικο κείμενο ονομάζει cane corzo.
Πρόκειται για μια σπάνια και ενδιαφέρουσα λογοτεχνική αναφορά στον ιστορικό τύπο σκύλου που συνδέεται με τη σημερινή φυλή Cane Corso, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μορφολογία του ήταν απαραίτητα ίδια με τη σύγχρονη.
Ο σκύλος είναι ένας φοβερός φύλακας, έτοιμος να επιτεθεί σε όποιον παραβιάσει τον χώρο που προστατεύει. Ωστόσο, μια απλή πράξη καλοσύνης θα καθορίσει τη συμπεριφορά του και θα του χαρίσει ξεχωριστή θέση μέσα στην ιστορία.
Ακολουθεί η λογοτεχνική αφήγηση του παραμυθιού, βασισμένη στην καταγεγραμμένη εκδοχή του Μπαζίλε.
Το Χρυσό Κούτσουρο
Το δέντρο με τα χρυσά φύλλα
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια φτωχή οικογένεια της Ιταλίας, ζούσε ένας κηπουρός με τις τρεις κόρες του.
Ο άνθρωπος εργαζόταν ασταμάτητα, όμως όσα κι αν κέρδιζε δεν επαρκούσαν για να απαλλάξει την οικογένειά του από τη φτώχεια.
Μια μέρα αγόρασε τρία μικρά γουρούνια και έδωσε από ένα σε κάθε κόρη, ελπίζοντας ότι μεγαλώνοντάς τα θα μπορούσαν να αποκτήσουν ένα μικρό κεφάλαιο για το μέλλον τους.
Οι δύο μεγαλύτερες, η Πασκούτσα και η Τσίτσε, συνήθιζαν να βόσκουν τα ζώα τους σε ένα όμορφο λιβάδι.
Δεν επέτρεπαν όμως στη μικρότερη αδελφή τους, την Παρμετέλα, να τις ακολουθεί.
Έτσι, εκείνη αναγκαζόταν να αναζητά μόνη της βοσκοτόπια μέσα στο δάσος.
Ένα πρωινό, ακολουθώντας ένα στενό μονοπάτι κάτω από τα πυκνά δέντρα, έφτασε σε ένα ξέφωτο όπου κυλούσε μια πηγή.
Εκεί στεκόταν ένα παράξενο δέντρο.
Τα φύλλα του δεν ήταν πράσινα.
Ήταν ολόχρυσα.
Η Παρμετέλα πλησίασε και έκοψε ένα φύλλο. Το πήγε στον πατέρα της, ο οποίος το πούλησε για περισσότερα από είκοσι δουκάτα.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια η οικογένεια είχε χρήματα.
Την επόμενη ημέρα η κοπέλα επέστρεψε στο δάσος.
Έκοψε ακόμη ένα φύλλο.
Και συνέχισε έτσι για πολλές ημέρες, ώσπου τα κλαδιά έμειναν γυμνά.
Τότε ανακάλυψε κάτι ακόμη πιο παράξενο.
Κάτω από το δέντρο υπήρχε μια μεγάλη χρυσή ρίζα, ένα ολόκληρο χρυσό κούτσουρο που δεν μπορούσε να μετακινήσει με τα χέρια της.
Πήρε ένα τσεκούρι και άρχισε να σκάβει γύρω του.
Όταν τελικά το ανασήκωσε, αποκαλύφθηκε μια σκάλα από πολύτιμη πέτρα που οδηγούσε βαθιά κάτω από τη γη.
Η περιέργεια νίκησε τον φόβο.
Η Παρμετέλα άρχισε να κατεβαίνει.
Το υπόγειο παλάτι
Στο τέλος της σκάλας βρέθηκε μπροστά σε ένα εκπληκτικό θέαμα.
Ένα υπόγειο παλάτι υψωνόταν μέσα σε μια απέραντη αίθουσα.
Το χρυσάφι και το ασήμι βρίσκονταν παντού. Πολύτιμοι λίθοι στόλιζαν τους τοίχους, ενώ τραπέζια γεμάτα φαγητά περίμεναν ανθρώπους που δεν φαίνονταν πουθενά.
Η κοπέλα περιπλανήθηκε στους διαδρόμους.
Ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της ένας άνδρας με σκούρα όψη, ο οποίος της πρόσφερε την αγάπη του και μια ζωή γεμάτη πλούτη.
Η Παρμετέλα δέχτηκε να γίνει γυναίκα του.
Όμως ο άγνωστος της έθεσε έναν παράξενο όρο.
Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθούν, έπρεπε να σβήνει το φως και να μην επιχειρήσει ποτέ να τον αντικρίσει μέσα στη νύχτα.
Η κοπέλα υποσχέθηκε ότι θα υπακούσει.
Την πρώτη νύχτα κράτησε τον λόγο της.
Τη δεύτερη όμως η περιέργειά της έγινε αβάσταχτη.
Περίμενε να αποκοιμηθεί ο άνδρας, άναψε ένα κερί και ανασήκωσε το σκέπασμα.
Και τότε είδε ότι στη θέση του βρισκόταν ένας πανέμορφος νεαρός.
Ήταν θύμα μιας μαγικής κατάρας.
Η παραβίαση της υπόσχεσής της σήμαινε ότι θα έπρεπε να παραμείνει εγκλωβισμένος στη μαγική του μοίρα για ακόμη επτά χρόνια.
Ο νεαρός ξύπνησε, την κατηγόρησε για την περιέργειά της και εξαφανίστηκε.
Η Παρμετέλα βγήκε από το παλάτι συντετριμμένη.
Στην έξοδο συνάντησε μια νεράιδα.
Εκείνη της πρόσφερε επτά ζευγάρια σιδερένια παπούτσια, επτά αδράχτια, επτά σύκα και ένα δοχείο μέλι.
Της εξήγησε ότι έπρεπε να ταξιδέψει μέχρι να λιώσουν και τα επτά ζευγάρια παπουτσιών.
Μόνο τότε θα μπορούσε να ξαναβρεί τον αγαπημένο της.
Τα επτά χρόνια της περιπλάνησης
Η Παρμετέλα περπάτησε για επτά ολόκληρα χρόνια.
Πέρασε βουνά, κοιλάδες και απομακρυσμένα μονοπάτια.
Όταν το τελευταίο ζευγάρι σιδερένιων παπουτσιών καταστράφηκε, έφτασε μπροστά σε ένα παράξενο σπίτι.
Στο μπαλκόνι κάθονταν επτά γυναίκες.
Ύφαιναν χρησιμοποιώντας ανθρώπινα οστά αντί για κανονικά εργαλεία.
Ήταν επτά δράκαινες, αδελφές του άνδρα που αναζητούσε.
Η Παρμετέλα ακολούθησε τις συμβουλές της νεράιδας. Αντικατέστησε τα οστά με αδράχτια αλειμμένα με μέλι και σύκα.
Οι δράκαινες ευχαριστήθηκαν το γλυκό δώρο.
Όταν τελικά ορκίστηκαν στο όνομα του αδελφού τους ότι δεν θα την πείραζαν, η κοπέλα παρουσιάστηκε μπροστά τους.
Έμαθε τότε ότι ο αγαπημένος της ονομαζόταν Βροντή και Αστραπή (Truone-e-Lampe).
Οι αδελφές του την κατηγόρησαν για την κατάρα που είχε παρατείνει, αλλά δεν μπορούσαν να παραβιάσουν τον όρκο τους.
Την προειδοποίησαν όμως ότι η μητέρα τους ήταν πολύ πιο επικίνδυνη.
Όταν εκείνη επέστρεψε, η Παρμετέλα την αιφνιδίασε και την ανάγκασε να ορκιστεί στο όνομα του γιου της ότι δεν θα την κατασπάραζε.
Η γριά δέχτηκε.
Δεν εγκατέλειψε όμως την επιθυμία της να απαλλαγεί από την κοπέλα.
Άρχισε να της αναθέτει αδύνατες δοκιμασίες.
Πρώτα της ζήτησε να ξεχωρίσει μέσα σε μία ημέρα δώδεκα σακιά ανακατεμένων σπόρων.
Η Παρμετέλα έκλαψε από απελπισία.
Τότε εμφανίστηκε η Βροντή και Αστραπή, που είχε πλέον ελευθερωθεί από την κατάρα.
Με τη βοήθειά του εμφανίστηκαν χιλιάδες μυρμήγκια, τα οποία ξεχώρισαν τους σπόρους.
Έπειτα η γριά απαίτησε να γεμίσει δώδεκα στρώματα με φτερά.
Και πάλι ο νεαρός τη βοήθησε.
Αμέτρητα πουλιά συγκεντρώθηκαν και πρόσφεραν τα φτερά τους.
Η δράκαινα κατάλαβε ότι οι δοκιμασίες της δεν είχαν αποτέλεσμα.
Αποφάσισε τότε να οργανώσει μια παγίδα από την οποία πίστευε ότι η Παρμετέλα δεν θα μπορούσε να επιστρέψει ζωντανή.
Το σπίτι της δεύτερης δράκαινας
Η γριά ανακοίνωσε στην Παρμετέλα ότι ο γιος της επρόκειτο να παντρευτεί άλλη γυναίκα.
Την έστειλε στο σπίτι της αδελφής της για να φέρει ένα κουτί με μουσικά όργανα που θα χρησιμοποιούνταν στη γαμήλια γιορτή.
Η κοπέλα ξεκίνησε ανυποψίαστη.
Δεν γνώριζε ότι η γριά είχε ήδη ειδοποιήσει την αδελφή της να τη σκοτώσει και να τη μαγειρέψει.
Στον δρόμο όμως εμφανίστηκε ξανά η Βροντή και Αστραπή.
Της αποκάλυψε τον κίνδυνο.
Ύστερα της έδωσε τρία αντικείμενα.
Ένα μικρό καρβέλι ψωμί.
Ένα δεμάτι σανό.
Και μια πέτρα.
«Στην είσοδο θα συναντήσεις έναν φοβερό σκύλο», της εξήγησε.
«Θα ορμήσει επάνω σου γαβγίζοντας, έτοιμος να σε δαγκώσει. Δώσε του το ψωμί».
Έπειτα την προειδοποίησε για ένα άλογο που θα προσπαθούσε να την ποδοπατήσει και για μια πόρτα που ανοιγόκλεινε βίαια χωρίς σταματημό.
Ο σανός προοριζόταν για το άλογο.
Η πέτρα για την πόρτα.
Τέλος, της εξήγησε πώς να ξεφύγει από τη δράκαινα και της απαγόρευσε να ανοίξει το κουτί με τα μουσικά όργανα.
Ο φοβερός Cane Corso
Η Παρμετέλα έφτασε στο σπίτι.
Προτού προλάβει να πλησιάσει την είσοδο, ένας σκύλος εμφανίστηκε μπροστά της.
Ήταν ο cane corzo της παλαιάς αφήγησης.
Ένας επιβλητικός φύλακας, που όρμησε προς το μέρος της γαβγίζοντας.
Η κοπέλα σταμάτησε.
Θυμήθηκε την προειδοποίηση.
Δεν προσπάθησε να τον χτυπήσει.
Δεν τράβηξε κάποιο όπλο.
Δεν έτρεξε να ξεφύγει.
Έβγαλε από τα πράγματά της το μικρό καρβέλι και του το πρόσφερε.
Ο σκύλος πήρε το ψωμί.
Η ορμή του καταλάγιασε και η Παρμετέλα μπόρεσε να περάσει.
Λίγο πιο πέρα συνάντησε το άλογο, που έτρεξε καταπάνω της έτοιμο να τη χτυπήσει με τις οπλές του.
Του πρόσφερε τον σανό.
Και εκείνο την άφησε να συνεχίσει.
Στην είσοδο βρήκε την πόρτα που χτυπούσε ασταμάτητα.
Τοποθέτησε την πέτρα ώστε να σταματήσει να ανοιγοκλείνει.
Τότε μπήκε στο σπίτι.
Στον επάνω όροφο τη συνάντησε η δράκαινα, κρατώντας ένα μικρό κορίτσι στην αγκαλιά της.
Ο φούρνος ήταν ήδη αναμμένος.
Η δράκαινα της ζήτησε να κρατήσει το παιδί όσο εκείνη θα πήγαινε να φέρει τα μουσικά όργανα.
Η Παρμετέλα γνώριζε όμως ότι η γριά ετοιμαζόταν να τη σκοτώσει.
Ακολουθώντας την τρομερή συμβουλή που είχε λάβει, έριξε το παιδί της δράκαινας στον φούρνο, άρπαξε το κουτί με τα όργανα και έφυγε.
Η παλαιά ιστορία δεν αποφεύγει τη σκληρότητα. Όπως πολλά παραμύθια της εποχής, περιγράφει έναν κόσμο όπου η μαγεία, η επιβίωση και η βία συνυπάρχουν.
Η διαταγή της μάγισσας
Όταν η δράκαινα επέστρεψε και ανακάλυψε ότι η Παρμετέλα είχε δραπετεύσει, έτρεξε στο παράθυρο.
Ξέσπασε από οργή.
Γύρισε προς την πόρτα και τη διέταξε να συντρίψει τη φυγάδα.
Η πόρτα αρνήθηκε.
Η κοπέλα την είχε στηρίξει με την πέτρα και είχε σταματήσει το αδιάκοπο χτύπημά της.
Η δράκαινα στράφηκε προς το άλογο.
Το διέταξε να καταδιώξει την Παρμετέλα και να την ποδοπατήσει.
Αλλά ούτε εκείνο υπάκουσε.
Θυμόταν τον σανό που του είχε προσφέρει.
Τότε η δράκαινα κάλεσε τον σκύλο.
Τον φοβερό φύλακα της εισόδου.
Εκείνον που κανένας ξένος δεν μπορούσε να προσπεράσει χωρίς να κινδυνεύσει.
Και του έδωσε τη διαταγή.
Να δαγκώσει την Παρμετέλα.
Ο σκύλος όμως δεν υπάκουσε.
Η απάντησή του ήταν απλή.
«Άφησέ τη να φύγει, τη φτωχή κοπέλα. Εκείνη μου έδωσε ψωμί».
Ο πανίσχυρος φύλακας θυμόταν.
Και αυτή η μικρή πράξη ήταν αρκετή για να αρνηθεί τη διαταγή της κυράς του.
Δεν είχε ξεχάσει ποιος τον είχε ταΐσει όταν είχε βρεθεί μπροστά του.
Δεν χρειαζόταν να αποδείξει τη δύναμή του.
Η άρνησή του ήταν αρκετή.
Το τέλος της ιστορίας
Η Παρμετέλα δεν είχε ακόμη ξεφύγει από όλες τις δυσκολίες της.
Καθώς επέστρεφε με το κουτί, η περιέργεια την κυρίευσε ξανά.
Παραβίασε την προειδοποίηση και το άνοιξε.
Τα μουσικά όργανα πετάχτηκαν στον αέρα και άρχισαν να σκορπίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις, γεμίζοντας τον ουρανό με ήχους.
Απελπισμένη, η Παρμετέλα προσπαθούσε να τα συγκεντρώσει.
Τότε παρουσιάστηκε η Βροντή και Αστραπή.
Με ένα σφύριγμα κάλεσε τα όργανα πίσω στο κουτί και τη βοήθησε να ολοκληρώσει την αποστολή της.
Η μητέρα του, βλέποντας ότι ούτε αυτή η παγίδα είχε πετύχει, προχώρησε στην οργάνωση του γάμου του με μια άλλη γυναίκα.
Στη γιορτή έβαλε την Παρμετέλα να καθίσει στην άκρη ενός πηγαδιού, κρατώντας δύο αναμμένους πυρσούς, με την ελπίδα ότι θα αποκοιμιόταν και θα έπεφτε μέσα.
Η Παρμετέλα όμως επέζησε.
Κατά τη διάρκεια του συμποσίου, η καινούργια νύφη αποκάλυψε απερίσκεπτα ένα περιστατικό από το παρελθόν της.
Η Βροντή και Αστραπή εξοργίστηκε. Αργότερα τη σκότωσε και την έθαψε στο κελάρι.
Έπειτα επέστρεψε στην Παρμετέλα, την αγκάλιασε και της υποσχέθηκε ότι θα παραμείνει μαζί της.
Όταν η μητέρα του ανακάλυψε όσα είχαν συμβεί, έτρεξε στο σπίτι της αδελφής της για να σχεδιάσουν νέα εκδίκηση.
Εκεί έμαθε ότι η αδελφή της είχε πεθάνει μέσα στον ίδιο φούρνο όπου είχε χαθεί το παιδί της.
Συντετριμμένη από την οργή και τη θλίψη, μεταμορφώθηκε σε κριάρι και χτύπησε το κεφάλι της στον τοίχο μέχρι θανάτου.
Η Βροντή και Αστραπή συμφιλιώθηκε με τις επτά αδελφές του και η Παρμετέλα απέκτησε τελικά τη ζωή που είχε αναζητήσει τόσα χρόνια.
Η αφήγηση ολοκληρώνεται με την παροιμία:
«Η υπομονή νικά τα πάντα».
Ο σκύλος που δεν ξέχασε
Στο «Χρυσό Κούτσουρο», ο Cane Corso δεν είναι ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας.
Εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη δοκιμασία της Παρμετέλας, όμως ο ρόλος του είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων.
Ο σκύλος παρουσιάζεται ως ένας επικίνδυνος φύλακας, ικανός να εμποδίσει την είσοδο οποιουδήποτε ξένου. Η δύναμή του είναι δεδομένη μέσα στον κόσμο του παραμυθιού.
Και όμως, όταν η κυρά του απαιτεί να επιτεθεί, εκείνος αρνείται.
Όχι επειδή έχασε τη δύναμή του.
Αλλά επειδή θυμάται ποιος του πρόσφερε τροφή.
Η άρνησή του γίνεται μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου της αφήγησης: η πόρτα, το άλογο και ο σκύλος ανταποδίδουν την καλή μεταχείριση που δέχτηκαν, ακόμη και όταν διατάζονται να βλάψουν την κοπέλα.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το πρωτότυπο ναπολιτάνικο κείμενο κατονομάζει τον σκύλο ως cane corzo, αποτελώντας μια σημαντική λογοτεχνική μαρτυρία για τη χρήση του όρου τον 17ο αιώνα.
Ο Μπαζίλε δεν μας παραδίδει την ιστορία της δημιουργίας της σημερινής φυλής. Μας αφήνει όμως κάτι διαφορετικό: μια εικόνα του σκύλου ως ισχυρού φύλακα που, στον κόσμο της λαϊκής φαντασίας, μπορεί να ανταποδώσει την καλοσύνη.
Μυθικοί Σκύλοι — Όταν οι ιστορίες γίνονται μουσική
Η ιστορία του «Χρυσού Κούτσουρου» αποτελεί τη δεύτερη μουσική δημιουργία της νέας ενότητας του Dogsmind.gr «Μυθικοί Σκύλοι».
Με αφορμή τον συγκεκριμένο μύθο δημιουργήθηκε το πρωτότυπο αγγλόφωνο τραγούδι:
CANE CORSO — The Hound Who Remembered
Μια σύνθεση που συνδυάζει τη μεσογειακή μουσική παράδοση, στοιχεία φλαμένκο και συμφωνική ενορχήστρωση, μεταφέροντας μουσικά την ιστορία ενός πανίσχυρου φύλακα που δεν ξέχασε την καλοσύνη.
Το τραγούδι αποτελεί ελεύθερη καλλιτεχνική απόδοση, με επίκεντρο τον σκύλο και όχι το σύνολο των γεγονότων του παραμυθιού.
Γιατί μερικές φορές, μέσα στις πιο σκοτεινές ανθρώπινες ιστορίες, η πιο φωτεινή πράξη δεν προέρχεται από κάποιον άνθρωπο.
Αλλά από έναν σκύλο.
Πηγές
- Giambattista Basile — Lo Turzo d’Oro. Πρωτότυπο ναπολιτάνικο κείμενο, πέμπτη ημέρα, τέταρτη ιστορία, από το Lo Cunto de li Cunti (1634–1636).
https://nap.wikisource.org/wiki/Lo_cunto_de_li_cunte/Jornata_V - Giambattista Basile — The Golden Root. Αγγλική μετάφραση στο Stories from the Pentamerone, απόδοση John Edward Taylor. Project Gutenberg.
https://www.gutenberg.org/files/2198/2198-h/2198-h.htm - Treccani — Dizionario Biografico degli Italiani. Basile, Giambattista. Βιογραφικά και βιβλιογραφικά στοιχεία για τον συγγραφέα και την έκδοση του έργου.
https://www.treccani.it/enciclopedia/giambattista-basile_(Dizionario-Biografico)/

