Εμπόριο κουταβιών: Η Βόρεια Ιρλανδία αναγνωρίζει ένα πρόβλημα για το οποίο μιλάμε εδώ και χρόνια

DOG’S MIND — ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Εμπόριο κουταβιών: Η Βόρεια Ιρλανδία αναγνωρίζει ένα πρόβλημα για το οποίο μιλάμε εδώ και χρόνια

Η απαγόρευση των μεσαζόντων στην πώληση κουταβιών ανοίγει ξανά μια συζήτηση που στην Ελλάδα αποφεύγουμε συστηματικά. Ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από τον σκύλο που φτάνει σε μια οικογένεια και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την προέλευσή του;

← Όλες οι ειδήσεις

Πριν από λίγους μήνες, μέσα από μια σειρά άρθρων και δημόσιων τοποθετήσεων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας στη διαχείριση των σκύλων, είχα διατυπώσει μια θέση που προκάλεσε αντιδράσεις. Υποστήριξα ότι ένα μέρος του προβλήματος, τόσο ως προς τον αυξανόμενο αριθμό των αδέσποτων όσο και ως προς τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στον συγκεκριμένο χώρο, ενδέχεται να συνδέεται με τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές κουταβιών και την αδιαφανή εμπορική δραστηριότητα ανθρώπων που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον πραγματικό εκτροφέα και στον μελλοντικό κηδεμόνα.

Δεν έχω αλλάξει άποψη. Αντίθετα, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που εξακολουθούμε να υποτιμούμε, την ώρα που αναζητούμε λύσεις για τις συνέπειές του.

Στις 7 Οκτωβρίου 2026, η κυβέρνηση της Βόρειας Ιρλανδίας ανακοίνωσε την έγκριση προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, γνωστών ως Lucy’s Law, οι οποίες αποσκοπούν στην απαγόρευση της εμπορικής πώλησης κουταβιών μέσω τρίτων προσώπων. Οι ρυθμίσεις, που δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ, προβλέπουν ότι ο υποψήφιος κηδεμόνας θα πρέπει κατά κανόνα να έρχεται σε άμεση επαφή με τον εκτροφέα, να βλέπει το κουτάβι μαζί με τη μητέρα του στον χώρο όπου γεννήθηκε και να το παραλαμβάνει από τον ίδιο.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που με χαροποιεί ιδιαίτερα, καθώς αναγνωρίζει σε νομοθετικό επίπεδο μια λογική την οποία είχα ήδη υποστηρίξει δημόσια: ότι η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο που εκτρέφει έναν σκύλο και σε εκείνον που πρόκειται να αναλάβει τη ζωή του δεν μπορεί να υποκαθίσταται από μια απρόσωπη εμπορική διαδικασία.

Το κοινό μυστικό της εμπορίας κουταβιών

Όσοι δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στον χώρο των σκύλων γνωρίζουν ότι πίσω από ένα κουτάβι που εισάγεται στην Ελλάδα δεν βρίσκεται πάντοτε η εικόνα ενός οργανωμένου και υπεύθυνου εκτροφείου. Υπάρχουν δίκτυα εμπορίας, εισαγωγείς και μεταπωλητές, ενώ διεθνώς έχουν αποκαλυφθεί επανειλημμένα περιπτώσεις μαζικής αναπαραγωγής σκύλων σε εγκαταστάσεις με απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης.

Στη διάρκεια της επαγγελματικής μου πορείας έχω συναντήσει περιπτώσεις που δημιουργούσαν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική προέλευση σκύλων. Γενεαλογικά πιστοποιητικά των οποίων τα αναγραφόμενα στοιχεία δεν συμβάδιζαν με τα εμφανή χαρακτηριστικά του ζώου, αμφισβητούμενες καταγωγές, ακόμη και αναφορές για εκτροφεία που εμφανίζονταν στα συνοδευτικά έγγραφα αλλά δεν μπορούσαν να εντοπιστούν με τα στοιχεία που είχαν δοθεί.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την πραγματική έκταση αυτών των φαινομένων χωρίς αξιόπιστους ελέγχους και καταγραφή. Μπορούμε, όμως, να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα διαφάνειας, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται απλώς με την ύπαρξη κάποιων εγγράφων. Τα έγγραφα πρέπει να είναι αυθεντικά, τα στοιχεία επαληθεύσιμα και η προέλευση του ζώου πραγματική.

Και αναρωτιέμαι: πόσοι άνθρωποι που αναζητούν έναν σκύλο γνωρίζουν πράγματι ποιος τον εξέθρεψε, σε ποιες συνθήκες γεννήθηκε, πώς πέρασε τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του και ποια είναι η κατάσταση των γεννητόρων του;

Ο εκτροφέας και ο έμπορος δεν είναι το ίδιο πράγμα

Σε ολόκληρη την επαγγελματική μου πορεία βρέθηκα στο πλευρό των ερασιτεχνών εκτροφέων που, από πραγματική αγάπη για μια φυλή, αφιέρωσαν χρόνια από τη ζωή τους στην εκτροφή της. Γνώρισα ανθρώπους με βαθιά γνώση, αφοσίωση και συναίσθηση της ευθύνης που αναλαμβάνουν απέναντι στα ζώα τους.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με την ίδια λογική που αντιμετωπίζεται η μαζική παραγωγή κουταβιών για εμπορική εκμετάλλευση.

Ο υπεύθυνος εκτροφέας γνωρίζει τους γεννήτορες, παρακολουθεί την ανάπτυξη των κουταβιών, κατανοεί τις ιδιαιτερότητες της φυλής και μπορεί να ενημερώσει ουσιαστικά τον άνθρωπο που ενδιαφέρεται να αποκτήσει έναν σκύλο. Μπορεί ακόμη και να αρνηθεί να παραδώσει ένα κουτάβι όταν κρίνει ότι οι συνθήκες στις οποίες πρόκειται να ζήσει δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του.

Όταν ανάμεσά τους παρεμβάλλεται ένας μεσάζων, αυτή η σχέση διακόπτεται. Ο σκύλος μετατρέπεται σε αντικείμενο μιας εμπορικής συναλλαγής, στην οποία προτεραιότητα ενδέχεται να αποκτήσει η ολοκλήρωση της πώλησης και όχι η καταλληλότητα της επιλογής.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τις εισαγωγές. Το ίδιο πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί και σε περιπτώσεις εγχώριας εκτροφής, όταν η διάθεση των κουταβιών περνά σε τρίτα πρόσωπα που δεν έχουν ουσιαστική γνώση των ζώων.

Από την αδιαφανή εμπορία μέχρι την εγκατάλειψη

Εδώ θεωρώ ότι βρίσκεται μια παράμετρος του προβλήματος των αδέσποτων που η χώρα μας δεν έχει εξετάσει όσο θα έπρεπε.

Ένας άνθρωπος μπορεί να αναζητά έναν σκύλο συγκεκριμένης φυλής, με ορισμένα χαρακτηριστικά και συγκεκριμένες προσδοκίες. Όταν η επιλογή πραγματοποιείται χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, χωρίς γνωριμία με τον εκτροφέα και χωρίς αξιολόγηση της καταλληλότητας του ζώου για τις συνθήκες της οικογένειας, αυξάνεται ο κίνδυνος μιας λανθασμένης απόφασης.

Ένα κουτάβι μεγαλώνει, παρουσιάζει συμπεριφορές που ο κηδεμόνας δεν περίμενε, αποκτά ανάγκες τις οποίες κανείς δεν του είχε εξηγήσει και η συμβίωση αρχίζει να δυσκολεύει. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάληξη μπορεί να είναι η εγκατάλειψη.

Δεν υποστηρίζω ότι αυτή είναι η μοναδική ή η κύρια αιτία του προβλήματος των αδέσποτων. Υποστηρίζω ότι αποτελεί μια πιθανή διαδρομή προς την εγκατάλειψη, την οποία οφείλουμε να διερευνήσουμε αντί να την αγνοούμε.

Εδώ και χρόνια συζητάμε για στειρώσεις, καταφύγια, υιοθεσίες, πρόστιμα και υποχρεώσεις των κηδεμόνων. Ελάχιστα, όμως, ασχολούμαστε με όσα προηγούνται της απόκτησης ενός σκύλου. Με τις συνθήκες εκτροφής, με την προέλευσή του, με τον τρόπο διάθεσής του και με την ενημέρωση του ανθρώπου που θα αναλάβει τη φροντίδα του.

Εάν θέλουμε να περιορίσουμε τις εγκαταλείψεις, πρέπει να εξετάσουμε και αυτή την πλευρά του προβλήματος.

Η πρωτοβουλία της Βόρειας Ιρλανδίας και το παράδειγμα για την Ελλάδα

Το Lucy’s Law εφαρμόζεται ήδη στην Αγγλία από το 2020 και πήρε το όνομά του από τη Lucy, ένα Cavalier King Charles Spaniel που διασώθηκε από εγκατάσταση αναπαραγωγής στην Ουαλία, έχοντας ζήσει κάτω από εξαιρετικά άσχημες συνθήκες.

Η Βόρεια Ιρλανδία επιχειρεί τώρα να ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση, ενισχύοντας τη διαφάνεια στην προέλευση των κουταβιών και περιορίζοντας τη δυνατότητα εμπορικής μεταπώλησής τους από τρίτους. Παράλληλα, προβλέπονται αυστηρότεροι κανόνες για τις αγγελίες και τις πληροφορίες που συνοδεύουν τα ζώα.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη χώρα μας, όπου θεωρώ αναγκαίο να εξεταστεί σοβαρά το ισχύον πλαίσιο εμπορικών εισαγωγών και διακίνησης κουταβιών. Δεν αναφέρομαι στις νόμιμες και υπεύθυνες εισαγωγές από αναγνωρισμένους εκτροφείς του εξωτερικού, αλλά στις αδιαφανείς εμπορικές διαδρομές, στις οποίες η πραγματική προέλευση μπορεί να χάνεται ανάμεσα σε μεσάζοντες, μεταφορές και μεταπωλήσεις.

Ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου οφείλει να επιτρέπει την εξακρίβωση του πραγματικού εκτροφέα, των στοιχείων ταυτοποίησης, της προέλευσης και της διαδρομής του ζώου μέχρι την παράδοσή του. Παράλληλα, χρειάζεται ουσιαστικός έλεγχος των συνθηκών εκτροφής και όχι απλώς τυπική συμμόρφωση με διοικητικές απαιτήσεις.

Η εμπειρία άλλων χωρών μπορεί να προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα, αρκεί να εξετάζουμε και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους. Γιατί καμία νομοθετική απαγόρευση δεν έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα εάν δεν συνοδεύεται από πραγματικούς μηχανισμούς ελέγχου.

Η ευθύνη αρχίζει πριν από την απόκτηση του σκύλου

Χαίρομαι που βλέπω τη Βόρεια Ιρλανδία να αναγνωρίζει τη σημασία μιας άμεσης και διαφανούς σχέσης ανάμεσα στον εκτροφέα και στον υποψήφιο κηδεμόνα. Είναι μια προσέγγιση που θεωρώ ότι αξίζει να συζητήσουμε σοβαρά και στην Ελλάδα, όχι ως μια ακόμη απαγόρευση, αλλά ως μέρος μιας διαφορετικής αντίληψης για την ευθύνη απέναντι στον σκύλο.

Η χώρα μας εξακολουθεί να αναζητά λύσεις για τα αδέσποτα, τις εγκαταλείψεις και τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί γύρω από την κατοχή και τη διαχείριση των ζώων. Εάν, όμως, επιμένουμε να εξετάζουμε μόνο τις συνέπειες, χωρίς να ερευνούμε ολόκληρη τη διαδρομή που προηγείται, είναι πολύ πιθανό να συνεχίσουμε να ανακυκλώνουμε τα ίδια προβλήματα.

Ο σκύλος που καταλήγει στον δρόμο είχε προηγουμένως μια ιστορία. Κάπου γεννήθηκε, κάποιος τον εξέθρεψε, κάποιος τον διέθεσε και κάποιος αποφάσισε να τον αποκτήσει. Η διερεύνηση αυτής της διαδρομής μπορεί να μας αποκαλύψει πολύ περισσότερα για τις πραγματικές αδυναμίες του συστήματος απ’ όσα επιλέγουμε σήμερα να εξετάσουμε.

Ίσως, λοιπόν, πριν αναζητήσουμε ακόμη έναν τρόπο να διαχειριστούμε τους σκύλους που εγκαταλείπονται, θα ήταν χρήσιμο να ασχοληθούμε σοβαρότερα με τον τρόπο που αυτοί οι σκύλοι φτάνουν εξαρχής στα χέρια των ανθρώπων.

Γιατί η ευθύνη απέναντι σε έναν σκύλο δεν αρχίζει την ημέρα που περνά την πόρτα του νέου του σπιτιού. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, από τον άνθρωπο που αποφασίζει να τον φέρει στη ζωή.

Πηγές

Department of Agriculture, Environment and Rural Affairs, Βόρεια Ιρλανδία — ανακοίνωση της 7ης Οκτωβρίου 2026
UK Government — Lucy’s Law στην Αγγλία από τις 6 Απριλίου 2020

Χρήστος Κούτσης
Εκπαιδευτής Σκύλων — Dog’s Mind

Γνωρίστε τον Χρήστο Κούτση