Το παράδοξο του νόμου «Άργος»: Η στείρωση διαγράφει το παρελθόν;

Η επιλογή «στείρωση ή DNA» μπορεί να αφήσει εκτός μητρώου έναν σκύλο που έχει ήδη αποκτήσει απογόνους. Αν στόχος είναι η πλήρης ιχνηλασιμότητα, γιατί δεν προβλέπεται DNA για κάθε σκύλο από τη γέννησή του;

DOG’S MIND — ΑΡΘΡΑ

Το παράδοξο του νόμου «Άργος»: Η στείρωση διαγράφει το παρελθόν;

Αν η γενετική ιχνηλασιμότητα είναι πράγματι στόχος του νόμου «Άργος», γιατί η στείρωση μπορεί να αφήσει έναν σκύλο οριστικά εκτός της βάσης DNA;

← Όλα τα άρθρα

Οι τοποθετήσεις μου για τον νόμο «Άργος» υπήρξαν πολλές τα τελευταία χρόνια. Και είναι αυτονόητο ότι δεν πρόκειται να σταματήσω να αναφέρομαι σε ένα νομοθετικό πλαίσιο το οποίο, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως μια επιστημονικά θεμελιωμένη προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος των αδέσποτων ζώων, εξακολουθεί να εμφανίζει σημεία που, κατά την άποψή μου, αποκαλύπτουν προχειρότητα στον σχεδιασμό του.

Ας αφήσουμε, προς το παρόν, στην άκρη τις επιστημονικές αντιρρήσεις που έχει διατυπώσει ο Πανελλήνιος Κτηνιατρικός Σύλλογος σχετικά με την υποχρεωτική στείρωση ή τη λήψη γενετικού υλικού και την αποτελεσματικότητα του μέτρου.

Ας εξετάσουμε αποκλειστικά τη λογική του νομοθέτη.

Ο νόμος 4830/2021 προβλέπει ουσιαστικά δύο επιλογές για τον κηδεμόνα ενός σκύλου: στείρωση ή αποστολή δείγματος DNA.

Το γενετικό υλικό, σύμφωνα με το άρθρο 13, προορίζεται μεταξύ άλλων να χρησιμοποιείται για την ταυτοποίηση των γεννητόρων εγκαταλελειμμένων, νεκρών ή κακοποιημένων ζώων.

Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται ένα παράδοξο που θεωρώ ότι αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Ποιος διασφαλίζει ότι ένας σκύλος που στειρώνεται σήμερα δεν έχει συμμετάσχει προηγουμένως σε ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή;

Ας υποθέσουμε ότι ένας αρσενικός σκύλος δεκαοκτώ μηνών έχει ήδη ζευγαρώσει και έχουν γεννηθεί κουτάβια. Μπορεί να έχουν δοθεί, να έχουν πωληθεί ή ακόμη και να έχουν εγκαταλειφθεί. Δεν γνωρίζουμε τι συνέβη· αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που υποτίθεται ότι θα βοηθούσε να διερευνηθεί η γενετική ιχνηλάτηση.

Αν ο κηδεμόνας του τον στειρώσει σήμερα, εκπληρώνει τη σχετική εναλλακτική υποχρέωση χωρίς να αποστείλει δείγμα DNA. Ο σκύλος, όμως, παραμένει ο βιολογικός πατέρας των κουταβιών που γεννήθηκαν πριν από τη στείρωση.

Η στείρωση αποτρέπει τη μελλοντική αναπαραγωγή. Δεν αναιρεί την προηγούμενη αναπαραγωγική δραστηριότητα ούτε εξαφανίζει τη γενετική συγγένεια.

Εάν λοιπόν ένα από αυτά τα κουτάβια εντοπιστεί εγκαταλελειμμένο και αναζητηθεί η γενετική του προέλευση, πώς θα μπορούσε το συγκεκριμένο σύστημα να εντοπίσει τον πατέρα, εφόσον το γενετικό του υλικό δεν υπάρχει στη βάση δεδομένων;

Η απάντηση είναι απλή: δεν θα μπορούσε να τον ταυτοποιήσει μέσω αυτής της βάσης, εκτός εάν υπήρχε διαθέσιμο κατάλληλο γενετικό δείγμα από άλλη πηγή.

Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.

Ένας σκύλος μπορεί έτσι να αποκτήσει απογόνους, να στειρωθεί αργότερα και να μην καταχωριστεί ποτέ το DNA του στη βάση. Η στείρωση καλύπτει το μέλλον· δεν καθιστά ανιχνεύσιμο το παρελθόν.

Ο νομοθέτης αντιμετωπίζει τη στείρωση και την καταχώριση DNA ως εναλλακτικές υποχρεώσεις, παρότι οι δύο πράξεις εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς.

Η πρώτη αφορά κυρίως την αποτροπή μελλοντικών γεννήσεων.

Η δεύτερη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση γενετικής συγγένειας, ακόμη και για γεγονότα που έχουν προηγηθεί της λήψης του δείγματος.

Επομένως, εάν ο σκοπός του συστήματος DNA είναι πράγματι η αποτελεσματική γενετική ιχνηλάτηση, η εξαίρεση των στειρωμένων ζώων δημιουργεί ένα προφανές κενό στην πληρότητα του μητρώου.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι η στείρωση επιτυγχάνει τον βασικό στόχο του νόμου, δηλαδή τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης αναπαραγωγής στο μέλλον.

Αυτό αποτελεί ένα διαφορετικό επιχείρημα και δεν το παραγνωρίζω.

Δεν απαντά όμως στο ερώτημα της αναδρομικής ιχνηλασιμότητας, την οποία ο ίδιος ο νόμος επικαλείται ως σκοπό της συλλογής γενετικού υλικού.

Αν πράγματι ο στόχος είναι η πλήρης γενετική ιχνηλασιμότητα, δεν νοείται επιλογή «στείρωση ή DNA». Η συνεπής πρόβλεψη θα ήταν υποχρεωτική λήψη και καταχώριση DNA για κάθε σκύλο από τη γέννησή του, ανεξάρτητα από το αν θα στειρωθεί αργότερα. Για τους σκύλους που έχουν ήδη γεννηθεί θα χρειαζόταν αντίστοιχη μεταβατική καταχώριση. Διαφορετικά, το μητρώο θα περιλαμβάνει μόνο ένα μέρος των πιθανών γεννητόρων και η ιχνηλάτηση θα παραμένει αποσπασματική.

Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη μορφή γενετικής αμνηστίας: ένας σκύλος εξαιρείται από την καταχώριση γενετικού υλικού λόγω μιας σημερινής πράξης, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της προηγούμενης αναπαραγωγικής του δραστηριότητας μέσω του συγκεκριμένου μητρώου.

Δεν πρόκειται βεβαίως για νομική απαλλαγή από πιθανές προηγούμενες παραβάσεις. Πρόκειται για ένα ουσιαστικό κενό στον μηχανισμό γενετικής διερεύνησης.

Και γι’ αυτό θα ήθελα πραγματικά κάποιος από τους εμπνευστές του νόμου να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα:

Εάν η γενετική ταυτοποίηση θεωρείται τόσο σημαντική, γιατί δεν καταχωρίζεται DNA κάθε σκύλου από τη γέννησή του; Πώς μπορεί να υπάρξει πλήρης ιχνηλάτηση όταν μια μεταγενέστερη στείρωση αρκεί για να μείνει εκτός μητρώου ένας πιθανός γεννήτορας;

Το ερώτημα δεν αφορά το εάν η στείρωση είναι σωστή ή λανθασμένη επιλογή. Δεν αφορά ούτε την επιστημονική δυνατότητα της ανάλυσης DNA.

Αφορά αποκλειστικά τη συνέπεια του ίδιου του νομοθετικού σχεδιασμού.

Γιατί ένας νόμος που φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει ένα διαχρονικό πρόβλημα οφείλει να στηρίζεται όχι μόνο σε καλές προθέσεις, αλλά και σε σαφή, τεκμηριωμένη και λειτουργική λογική.

Η επιλογή «στείρωση ή DNA» μπορεί να υπηρετεί τον περιορισμό μελλοντικών γεννήσεων. Δεν μπορεί όμως να παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως πλήρης μηχανισμός γενετικής ιχνηλάτησης.

Και μέχρι να δοθεί πειστική απάντηση, το παράδοξο παραμένει: η στείρωση μπορεί να σταματήσει τη μελλοντική αναπαραγωγή ενός σκύλου, αλλά δεν μπορεί να διαγράψει το παρελθόν του.


Πηγές